Σάββατο, 12 Οκτωβρίου 2013

Το εργατικό κίνημα της Σύρου τον 19ο αιώνα


του Λεονάρδου Κόττη

To νησί της Σύρου, αυτή την εποχή, αποτελεί σημαντικό οικονομικό και διακομετακομιστικό κέντρο στην περιοχή του Αιγαίου. Λόγω της ευνοϊκής γεωγραφικής θέσης που κατέχει, αποτέλεσε αρκετά γρήγορα σημείο συνάντησης των ναυτιλιακών συμφερόντων της πλοιοκτητικής και της παροικιακής αστικής τάξης. H βιομηχανική δραστηριότητα εξαντλείται στη ναυπήγηση πλοίων και στην κατεργασία δερμάτων. Το 1864 βρίσκουμε εννιά (9) εργοστάσια με χίλιους πεντακόσιους μόνιμους (1500) και τρεις χιλιάδες (3000) εποχιακούς εργάτες. Στα ναυπηγεία απασχολούνται περίπου δύο χιλιάδες εργάτες (2000). Σ’ αυτό το χώρο με τους πρώτους βιομηχανικούς εργάτες των Κυκλάδων θα συναντήσουμε τους πρώτους νησιώτες αναρχικούς, οι οποίοι θα συνδέσουν τη δράση τους με την επαγγελματική οργάνωση των εργαζομένων.
Σπουδαίο ρόλο στην ταξική χειραφέτηση της κυκλαδικής εργατικής τάξης έπαιξαν Ιταλοί και Γάλλοι εξειδικευμένοι εργάτες, οι οποίοι έχουν εγκατασταθεί στο νησί από το 1871 και οι οποίοι εργάζονται στο «Ναυπηγείο της Ελληνικής Ατμοπλοϊκής Εταιρείας». Όλοι αυτοί κρατάνε ζωντανή μέσα τους όχι μόνο τη μνήμη της Παρισινής Κομμούνας αλλά βρίσκονται ενταγμένοι ήδη στην αντιεξουσιαστική πτέρυγα του ευρωπαϊκού εργατικού κινήματος, όπως αυτή εκφράστηκε στο συνέδριο του Σαιντ Ιμιέ.
Στα 1876 με 1877 στην Ερμούπολη συγκροτείται και δραστηριοποιείται ένας αναρχικός εργατικός όμιλος (ο Γ.Αλεξάτος αναφέρει στο «Ιστορικό Λεξικό του Ελληνικού Εργατικού Κινήματος» ότι ιδρύθηκε από Ιταλούς και Γάλλους πολιτικούς πρόσφυγες), ο οποίος διατηρεί επαφές με τους Πατρινούς αναρχικούς του Δημοκρατικού Συνδέσμου. Η συριανή αυτή αναρχική οργάνωση το 1880 θα εκδώσει και μία εφημερίδα, την «Εφημερίδα του Λαού», με διάρκεια ζωής έξι μήνες, από τον Ιούλιο έως το Νοέμβριο. Με δικές τους προσπάθειες θα γεννηθεί το πρώτο εργατικό σωματείο, το 1879 στην Ερμούπολη, το οποίο θα συμπεριλάβει στις τάξεις του και όλα τα φιλελεύθερα στοιχεία της κυκλαδικής πρωτεύουσας. Είναι ο Αδελφικός Σύνδεσμος Ξυλουργών των Ναυπηγείων Σύρου. Το καταστατικό του σωματείου, όπως αναφέρει ο Μ. Δημητρίου, καταγράφει ως βασικούς σκοπούς τις βελτιώσεις μισθών και συνθηκών εργασίας. Το σωματείο νομιμοποιείται με συμβολαιογραφική πράξη.
Το 1879 θα ξεσπάσει μεγάλη νομισματική κρίση. Οι Έλληνες χρηματιστές έχουν τραβήξει τα χρήματά τους σε ξένες τράπεζες και έτσι οι συναλλαγές γίνονταν με ρωσικό νόμισμα. Θα υπάρξει αναστάτωση στην αγορά και θα μειωθεί η αγοραστική ικανότητα των εργατών. Το Φεβρουάριο θα κηρυχτούν απεργίες στα ναυπηγεία και τα βυρσοδεψεία. Σχετικά με τις δύο αυτές απεργίες, σημαντικά είναι τα στοιχεία που παραθέτει ο Κορδάτος και στη συνέχεια επαναλαμβάνουν και άλλοι ιστορικοί.
Η απεργία στα Ναυπηγεία θα κηρυχτεί στις 16 Φεβρουαρίου, ενώ στα βυρσοδεψεία πέντε μέρες αργότερα στις 21 του ίδιου μηνός. Η εφημερίδα «Πατρίς» στο φύλλο της 17ης στο πρωτοσέλιδό της θα αναγγείλει ειρωνικά την πρώτη εργατική απεργία, «Εν βήμα έτι προς την πρόοδον!». Μας πληροφορεί ότι τα ναυπηγεία είναι κλειστά και ότι οι τετρακόσιοι εργάτες «συνελθόντες και σύνδεσμον συστήσαντες δια συμβολαιογραφικής πράξης». Τα αιτήματα των απεργών είναι 1) αύξηση 25 έως 50% των μισθών και 2) μείωση του ωραρίου εργασίας από 14 σε 10 ώρες.
Στις 21 Φεβρουαρίου θα ξεσπάσει η δεύτερη απεργία, στα βυρσοδεψεία. Τα αιτήματά τους είναι: 1) αύξηση των μεροκάματων κατά 27%, 2) τα μεροκάματα να πληρώνονται σε γερό νόμισμα, 3) να καταργηθεί η κατ’ αποκοπή εργασία, 4) η απασχόληση όλων των εργατών, 5) να καταργηθεί η αγγαρεία της Κυριακής.
Τα αιτήματα αυτά προσδιορίζουν τον ταξικό χαρακτήρα του αγώνα τους και δείχνουν την επιρροή των πρώιμων αναρχοσυνδικαλιστών του «Εργατικού Συλλόγου». Ο σχολιασμός κάποιων ιστορικών ότι αυτά τα αιτήματα δεν ήταν αναρχοσυνδικαλιστικά, αν και προετοιμάστηκε η απεργία από αναρχοσυνδικαλιστές, δείχνει απλώς ότι αγνοούν τις βασικές αρχές αυτής της επαναστατικής παράδοσης.
Τα ημερομίσθια των ειδικευμένων εργατών των Nαυπηγείων είναι επταπλάσια από το μέσο όρο των άλλων βιομηχανικών εργατών και αντίστοιχα με αυτά των εργατών της βρετανικής εργατικής τάξης. Όπως σημειώνει ο Γ. Αλεξάτος στο βιβλίο του «Η εργατική τάξη στην Eλλάδα», το 1874 το ημερομίσθιο των συριανών ειδικευμένων εργατών είναι 28,1 δρχ. ενώ ο μέσος όρος των υπόλοιπων Ελλήνων είναι 8,5 δρχ.
Όταν θα ξεσπάσει η νομισματική κρίση, θα συμπαρασύρει και όλους τους άλλους οικονομικούς τομείς της τοπικής κοινωνίας, θίγοντας δραματικά τα κεκτημένα δικαιώματα της συριανής βιομηχανικής τάξης. Οι απεργίες, που κεντρικό τους αίτημα έχουν την υπεράσπιση της αγοραστικής ικανότητας των ημερομισθίων, είναι δείγμα όχι μόνο της ενσυνείδητης ταξικής αντιπαράθεσης της συριανής εργατιάς αλλά και συνιστούν επιλογή αντίστασης στις απαιτήσεις της αστικής τάξης να επιβάλλει την πειθαρχία και την ιδεολογία της μισθωτής εργασίας.
Η απεργία στα ναυπηγεία θα τελειώσει μετά από μια βδομάδα με πρόσκαιρη νίκη των εργατών. Ένα μήνα μετά θα προσληφθούν ανειδίκευτοι εργάτες από τα νησιά και θα απολυθούν δεκάδες εργάτες, ιδιαίτερα εκείνοι που συμμετείχαν στην απεργία. Αρκετοί απ’ τους απολυμένους εργάτες θα μεταναστεύσουν στην Αίγυπτο και θα σφραγίσουν με την συμμετοχή τους, την ιστορία του αναρχικού εργατικού κινήματος στη Μεσόγειο.
Η αποστολή στρατιωτικού αποσπάσματος, μιας διλοχίας, από την κυβέρνηση Κουμουνδούρου δικαιώνει έναν από τους κυρίαρχους λόγους της ύπαρξης στρατών, αυτόν της καταστολής κάθε ταξικής διεκδίκησης από μέρους των εργαζομένων.
Δεν γνωρίζουμε αν οι βυρσοδέψες είχαν δημιουργήσει κάποιο επαγγελματικό σωματείο. Πιθανόν να λειτουργούσαν μέσα από κάποια γενική συνέλευση όλων των μελών, και τούτο ενισχύεται από δύο στοιχεία. Μέχρι σήμερα δεν έχει βρεθεί καταστατικό ανάλογο με αυτού των ναυπηγείων. Η καταγραφή των αιτημάτων και η επίδοσή τους στους εργοδότες αποτυπώνει την θέσπιση ενός αποφασιστικού σώματος, με την παρουσία αντιπροσώπων σε επίπεδο εκτελεστικού οργάνου.
Οι συμπλοκές με απεργοσπάστες που πήγαν για δουλειά ήταν ιδιαίτερα σκληρές και αποθάρρυναν άλλους να πράξουν ανάλογα. Οι διαδηλώσεις καθημερινές, οι συγκρούσεις με την αστυνομία θα φέρουν και τον πρώτο νεκρό αστυνομικό.
Η αναστάτωση γενικεύεται σε όλη τη Σύρο και ο νομάρχης κλείνεται στην νομαρχία ζητώντας ενισχύσεις. Οι πενήντα σκαπανείς, που θα στείλει εσπευσμένα η κυβέρνηση, θα αποκαταστήσουν τη τάξη.
Αυτή η αντίσταση στη προοπτική της προλεταριοποίησης, η εγνωσμένη αντιπαράθεση με τη πολιτική εξουσία, όπως εκφράστηκε με τη πολιορκία της νομαρχίας από τους απεργούς, και οι συγκρούσεις των εξεγερμένων με τα στρατιωτικά τμήματα της κυβέρνησης θα καταγραφούν ως η έναρξη της ταξικής πάλης στην Ελλάδα.
Έντρομοι οι αστοί της Σύρου, δια στόματος πρωτοδίκη, θα ζητήσουν με άρθρα στο τοπικό τύπο (εφημερίδα «Πατρίς», φύλλα 679- 686- 690, από 19-5 έως 7-7-1879) την απαγόρευση των σωματείων και των απεργιών, λόγω του αντικαθεστωτικού και αντικοινωνικού χαρακτήρα που έχουν.
Η καταστολή που θα γνωρίσουν οι πρώτοι συνδικαλιστές από το κράτος δεν θα αφήσει περιθώρια επαναστατικής παράδοσης στο νησί της Σύρου. Οι απολυμένοι απεργοί θα πάρουν το δρόμο της μετανάστευσης και θα πουλήσουν για μια ακόμα φορά την εργατική τους δύναμη και την ελευθερία τους στα κάτεργα της μισθωτής εργασίας. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.