Τετάρτη, 28 Αυγούστου 2013

Ωδή στην Ερμούπολη της καλοκαιρινής χαρμολύπης

ΚΩΣΤΑΣ ΑΠΕΡΓΗΣ

• Ακόμα κι αν κάθε χρόνο το κυκλοφοριακό του ιστορικού κέντρου όχι μόνο παραμένει στάσιμο, αλλά επιδεινώνεται δραματικά, ακόμα κι αν τα κυκλώματα , που λυμαίνονται τα πεζοδρόμια και το δημόσιο χώρο, δείχνουν τα δόντια τους ,με όλο και πιο ασυγκράτητη λαιμαργία,
• Ακόμα κι αν οι ελληνικές κόρνες και τα κ...λάξον, εκχυλίσματα απίστευτης κακοφωνίας ασχημονούν στην αρμονία καλοκαιρινών ήχων και η πλημμυρίδα της λαμαρίνας-έξαρση του νεοπλουτισμού πληγώνει το βλέμμα,
• Ακόμα, κι αν στην καρδιά της πόλης στην πλατεία οι διαβόητες σιδεριές, κατακρεουργούν την θέα προς το λαμπρό Μέγαρο κι αν το ιστορικό ΠΑΝΘΕΟΝ , «σήμα κατατεθέν», κάποτε στην Πλατεία , αφέθηκε να στοιχειώνει. Ναι όλα αυτά ….απλά υπάρχουν σαν βέβηλες κενοφωνίες για να δείχνουν σε τι απόσταση βρίσκεται το παρόν από εκείνα τα βαθιά περασμένα…τότε που οι κοινωνίες ήταν αυθεντικές…Εν τούτοις τα παλαιά επιτεύγματα , εξακολουθούν να λαμποκοπούν στα μαρμαρά τους την σημερινή τους αλήθεια, σαν να ξεπροβάλλουν μέσα από κάτι παλιές κάρτ- ποστάλ σε κίτρινο σκοτωμένο χρώμα .Ερμούπολη του 2013.Ερμούπολη της καλοκαιρινής χαρμολύπης.
…Εν τούτοις οι κραυγές των ποιητών μπορούν ακόμα και φτάνουν σαν αύρες, ελπίδας στο παρατεταμένο χάος.Η Σύρα , η πρωτεύουσα των αιώνιων Κυκλάδων είναι ένας « τόπος που έρχεται από άλλους καιρούς». Κι όσοι διψούν γιαυτούς τους άλλους καιρούς θέλοντας να λυτρωθούν από τον κοσμοπολίτικο στρόβιλο, παίρνουν το πλοίο της γραμμής , για να ξαναβρούν εδώ γαλήνιους δρόμους που σε πάνε σε ολοζώντανα περασμένα.Όχι σε μουσεία ζωής μα σε μια ζωή που ζεί με κείνο τον ωραίο ρυθμό γαλήνης.Να ξανανιώσουν εκείνο το γλυκό, σχεδόν κινηματογραφικό ξάφνιασμα του ματιού ,καθώς ώρα στυλωμένοι στην κουπαστή του ποσταλιού που τους ταξιδεύει, έχουν κουραστεί απ΄την μονοτονία του βιβλικού τοπίου ,που προβάλλει σαν μπακιρένια χαλκογραφία της παλιάς διαθήκης, όπου οι πυρωμένοι θάμνοι γίνονται ένα με το χώμα, θα βρεθούν ξαφνικά αντιμέτωποι με την μαγεία μιας εξαίσιας ακουαρέλλας του λιμανιού με τους δίδυμους λόφους, που υψώνονται σαν αμώμητα γυναικεία στήθη. Σου κοβεται η ανάσα καθώς κατρακυλάει στο μάτι σου ,η υπέροχη θέα σαν ποταμάκι διάσπαρτο με σπίτια λευκά και ωχροκίτρινα ,γαλάζιους τρούλους ,αετώματα αρχοντικών, που κατηφορίζει απ΄το καμπαναριό της Ανάστασης και εκβάλλει στην πλατεία Μιαούλη.
Ερμούπολη, το πιο λαμπρό πετράδι στο αγαπημένο κυκλαδίτικο περιδέραιο. Η καρδιά της Αρχόντισσας χτυπάει ακόμα δυνατά , παρά τα βαριά πλήγματα , που της καταφέρνουν κάθε τόσο εχθροί και φίλοι . Η αρχοντιά ζει και βασιλεύει εδώ Σαν το νερό της μυροκρήνης που κυλάει απ΄τις φλέβες κάποιου αόρατου βράχου…Έστω και ερήμην μας όλα ευπρεπισμένα , νοικοκυρεμένα, χωρίς να έχουν εκμοντερνιστεί.Κιαυτό το μέτρο , αυτή η ισορροπία είναι η ολοζώντανη εικόνα ενός ρυθμού ,και μιας αντίληψης συνειδητά αρχοντικής Γιατί άρχοντας , δηλαδή κύριος του εαυτού του ,είναι όποιος δεν θέλει να χάσει την όποια του προσωπικότητα και να κόψει τους δεσμούς του με μια παλιά ζωή , που είχε κάποτε πολιτιστική ζωή , νιότη και φτάσιμο αυτός ο τόπος έχει κρατήσει κάτι από το ήθος του παλιού καιρού , κάτι σαν ακοίμητο κερί στην ψυχή των ανθρώπων του. Ακόμα κι όταν το μικρό μας ταλωνάκι μαστίζεται, όπως και σήμερα από «φοβεράν αναργυρίαν» οι πλατιές λαικές μάζες , κρατάνε καλά φυλαγμένη την σημασία της παράδοσης και ξέρουν την χρηστική της αξία στο σύγχρονο βίο.Σίγουρα χάρη στους ήρωες πρωταγωνιστές της Ίδρυσης «εκ του μηδενός» αυτής της μυθικής νεοκλασσικής πολιτείας. Όμως χάρη στην βαθιά συνείδηση των ταπεινών , των αφανών , των κατοπινών, πως κουβαλάν την κιβωτό ενός μεγάλου πολιτισμού, σώθηκε περίπου ακέραια αυτός πλούτος, χωρίς να γνωρίσει, όπως κάποιοι άλλοι τις λάμψεις της Χιροσίμας, της πολεοδομικής καταστροφής δηλ. στο όνομα της ταχύρρυθμης ανάπτυξης. .Ισως γιαυτό κι οι νέες γενιές παράγουν πολιτισμό με συνείδηση συνεχιστών…
Mπορεί κι οι πιο φανατικοί μας φίλοι μας να μας τραβάνε το αυτί και να μας λένε κατάμουτρα, πως δεν είμαστε άξιοι να διαχειριστούμε την πολιτιστική κληρονομιά, που μας έλαχε σαν θείο δώρο…Εν τούτοις , εμείς είμαστε προσωρινοί , η Ερμούπολη μένει … Λιοπύρι , θερμοκρασία καρκίνου…Τα μάρμαρα βγάζουν μια πύρα που θυμίζει την φλόγα της τσακμακόπετρας και την σκορπίζουν παντού Κι η Ερμούπολη , καθώς νοιώθει στην μαρμάρινη σάρκα της, την δεινότητα των κυνικών καυμάτων του Αυγουστιάτικου ήλιου, λαμποκοπάει σαν μετέωρη νυφούλα , σου κόβει την ανάσα και σου κλείνει το μάτι να την ακολουθήσεις..Αρκεί νάχεις όρεξη να συμμετέχεις στην μυσταγωγία της, σαν ταπεινός προσκυνητής.Αλλιώς δεν μπορείς να καταλάβεις τίποτα .Πες πως σπαταλάς, ένα κομμάτι την ψίχα του καλοκαιριού. Πες πως γλύφεις ένα κοκκαλάκι από τον « μύθο» των διακοπών, περιδιαβαίνοντας την πόλη και σχηματίζοντας ένα μωσαικό με βιώματά της .Το θέαμα διαμορφώνεται από τον θεατή λένε οι Γάλλοι.Μες το τραχύ παρόν έχουμε ανάγκη αυτής «παραμυθίας» όσο ποτέ άλλοτε.Αν περικυκλώσεις ειρηνικά το νοητό της περίγραμμα,-ένα τσιγάρο δρόμος είναι πεζοπορώντας τριγύρω απ΄το ιστορικό κέντρο .Ξεκινάς απ΄τα Βαπόρια κι αντικρύζεις τον Αη Νικόλα,με τα πανέμορφα αρχοντικά να γεμίζουν τον αμφιβληστροειδή σου σαν τσαμπιά σταφύλια…που κρέμονται πάνω από την ζωοδότρα θάλασσα.
• Προσπερνάς, ύστερα, τον θρυλικό Απόλλωνα , που δεν χρειάζεται νάσαι θεατρολάτρης για να σε μαγνητίσει ανεξίτηλα.Θαρρείς πως το απόσταγμα απ το μεταξένιο ιστό ψυχών, εκείνων των εξωγήινων του πρωτου αστικού κέντρου της γεμάτων φόβο κι έλεο,ποίηση κι ανθρωπιά , πλημμύρισε κι έβαψε χρυσοποίκιλτους τους τοίχους και τις οροφές του άψυχου κτηρίου Κάτι σου ψιθυρίζει μυστικά πως στέκεσαι μπροστά σε ένα κειμήλιο της σύσσωμης ελληνικής θεατρικής ιστορίας, που εδώ γνώρισε το μακρόσυρτο , βασανιστικό λυκόφως της, σε καιρούς μεγάλων εθνικών οραμάτων και ανατροπών. Από ξεκινάει το γάργαρο και διάφανο ρυάκι του ελληνικού πολιτιστισμικού κύματος, που πότισε ολάκερη την χώρα. Αλλά δεν μόνο ο αγέρας ενός αξεπέραστου παρελθόντος , που σε γεμίζει ευτυχία , είναι κιαυτός ο νεανικός οργασμός, τα φεστιβάλ,η πανδαισία των , ήχων, ο χυμός των εικόνων, που κάνουν το χώρο να πάλλεται για τέσσερεις τουλάχιστον μήνες, λες και θέλει να αρθρώσει την γλώσσα της τέχνης, που είναι συνάμα και γλώσσα της ελπίδας. Εικόνες και δρώμενα , σαν εκείνες, που μας ποστάρουν οι φίλοι του “Απόλλωνα” στο διαδίκτυο, σαν δροσερές σταγόνες , που ομορφαίνουν την τραχύτητα της πεζής μας καθημερινότητας.Τέτοια μνημεία γίνονται γέφυρες ανάμεσα στους παρελθόντες στους παροντικούς , αλλά και τους μέλλοντες.Και η πλατύτερη γνώση τους σφυρηλατεί τους συνδετικούς κρίκους των παλαιών με τους σημερινούς.
• Κόβεις δρόμο, μετά ως τα σκαλιά της Μεταμόρφωσης ,εκεί που έντιμοι, εργατικοί και εργατικοί Έλληνες ,κυνηγημένοι, ξυπόλητοι και πεινασμένοι , Ίδρυσαν την χρυσοπλοκώτατη Ερμούπολη, την πιο ονομαστή απ΄τις πόλεις της ξαναγεννημένης Ελλάδας. Θα κατηφορίσεις ύστερα στην Πλατεία , που θα την βρείς να σε περιμένει γενναιόδωρα φιλόξενη για να χορτάσει το μάτι σου με όλα τα πλούτη της νεοκλασσικής παράδοσης.Το Δημαρχείο , στεφανωμένο με το αέτωμα, που αφηγείται τη Δόξα της Ερμούπολης στα χρόνια του Αρχοντικού Γέροντα ,του Βαφειαδάκη, στον αβλαβή πατριωτισμό και την ανυπέρβλητη διορατικότητα του οποίου χρωστάμε το σημερινό μεγαλείο.Τη Λέσχη,με τις ευρωπαικές μόδες, που ζωντανεύουν ,οι περιγραφές του Συγγρού κι ας έχουν περάσει δεκάδες χρόνια .Την εξέδρα των μουσών :Έρχονται ξάφνου “τα περασμένα μεγαλεία του νησιού, πάνω στην μαρμάρινη εξέδρα σαν αγαθοποιές χαμογελαστές οπτασίες , για να παίξουν τραγούδια νοσταλγίας και σμίγουν με την πανδαισία των ήχων του Τιμπόρις, μα και της δικής μας, ξανανιωμένης φιλαρμονικής. Σμίγουν οι ύμνοι του επιταφίου , με τις χορδές των βασανισμένων απ΄τις μυλόπετρες της κρίσης ανθρώπινων ψυχών.
• Πόσο επίκαιρος εξακολουθεί ναναι ο Μάρκος ο Φρέρης, κιας πέρασαν χρόνια , απ΄την απροσδόκητη αποδημία του :Ο τόπος μας , φύλαξε to νεοκλασσικό θησαυρό του και τον παρέδωσε ασύλητο στο θαυμασμό και την έκπληξη των επιγενομένων .Δόξα τω θεώ , στην Ερμούπολη, μπορούμε να μιλάμε , χωρίς κόμπλεξ και υπερβολή, για «ρίζες» και «επιστροφή σε αυτές». Μόνο στο κήπο με τις προτομές , ο Βικέλας με το Ροίδη, συνυπότροφοι στο Λύκειο Ευαγγελίδη, σταματάνε για λίγο τους ευγενικούς διαξιφισμούς, και αναζητάν με μια οργισμένη μελαγχολία , το χτήριο που κάποτε βλάστησαν τα μαθητικά τους χρόνια.Μάταια , όμως οι ξυλοσχίστες της ανάπτυξης ,με τις μπουλντόζες τους , σταμάτησαν το ρολόι , με τις μνήμες απ΄τα χτυποκάρδια του Βικέλα για την παράσταση της ΕΣΘΗΡ και τα νιαουρίσματα της «Σεμίρας», της ηρωίδας του Ροίδη, στην «ιστορία μιας γάτας.»Κι ακόμα σώπασε κι ο ιστορικός αντίλαλος της ομιλίας του Εθνάρχη Βενιζέλου , παλιού γνώριμου της Σύρας , απ΄τα μπαλκόνια του Ξενοδοχείου της Γαλλίας,(το Λύκειο Ευαγγελίδη, στέγασε αργότερα το Ξενοδοχείο αυτό ), που σε μια κατάμεστη και “παραληρούσα” πλατεία ανήγγειλε το όραμα της Ελλάδας των τριών Ηπείρων και των πέντε θαλασσών. Οι μαστροχαλαστές της κακιάς ώρας , με το υπερδιογκωμένο «εγώ»,που τους μπόλιασε η κορτιζόνη του καθεστωτισμού, ύψωσαν στην θέση του ιστορικού χτηρίου – μνημείου εθνικού το βάρβαρο μπετονένιο κουτί, με τις τερατώδεις κεραίες, που ρυπαίνουν οπτικά τα εμβλητικά καμπαναριά του Αη Νικόλα.Κάποιοι, πιο σύγχρονοι θαυμαστές τους , φυλάκισαν με σιδηρόφραχτες κολώνες την υπέροχη πλατεία, υπό την παγερή αδιαφορία του Μιαούλη, που συνέχισε απτόητος , να ατενίζει την θάλασσα, συμβολίζοντας την αμετάκλητη εξωστρέφεια της Πόλης.Όμως αυτά είναι μικρές εξαιρέσεις , απλές λεπτομέρειες, σε ένα μαρμαρόχτιστο σύνολο , που αχτινοβολεί, την αρμονία γεμάτο, και αφηγείται μια περιπέτεια αθλιότητας και μεγαλείου, ανισότητας και αλληλεγγύης..Δεν χωράει στα μάτια σου τόση ομορφιά, κάθε γωνιά σε καλεί να βάλεις το δάκτυλο στον τύπο των ήλων της πόλης.Να ανακαλύψεις μία προς μία τις «ουσίες» του φαινομένου Ερμούπολη. Διασχίζεις πια την Ερμού με προορισμό ένα καφέ στην παραλία, με θέα τα κότερα, , Ατέλειωτες ιδεολογικές συζητήσεις νοιώθοντας τελικά “ πως υπάρχεις” δια της παρέας…
H κρύα fix , μαζί με την αυτοσχέδια παρέα, σου κάνουν νεύμα …Και μέσα σε εκείνη την απαράμιλλη δοξαστική ατμόσφαιρα, που κυριεύει τα μεσημέρια τις συντροφιές , όταν λύνουμε την γλώσσα μας για να αναμετρηθεί με τα βασανάκια που κρατάμε μέσα μας ή για να τραγουδήσουμε ξένοιαστα. .Επισκέπτες, κάτοικοι , άνθρωποι κάθε ηλικίας, νοιώθουν πως βρίσκονται σε ένα ποτάμι, που επιτρέπει στον καθένα να ρίξει την βάρκα του και να ταξιδέψει με μια διάθεση απόλυτης ελευθερίας χαλαρωμένοι ευδιάθετοι ,περιφρονητές του χρόνου και όλων αυτών που φαντάζουν σπουδαία παραδομένοι στην απόλαυση του μικρού και του ασήμαντου.Περιδιαβάζοντας την αγορά της Χίου, διασταυρώνοντας το βλέμμα σου με δεκάδες μάτια, κλωτσόντας την νοσταλγία με αναπάντεχες συναντήσεις Χαζεύοντας τις νεανικές μόδες στην Πρωτοπαπαδάκη, ,συναντώντας ανθρώπους κι ανταλλάσσοντας σκέψεις,
Έχω ρίξει και γώ την βαρκούλα μου και ταξιδεύω στο μικρό ποταμάκι, εξερευνώντας της ισχνής γεωγραφίας της , πλέω σε δρόμους με ονόματα πλοίων και ναυαγίων «Καταδρομικού Έλλη» , «Θυμάτων Σπερχειού» και καθώς κυλάνε της ασήμαντης ρουτίνας διπλά σε τράπεζες , φαστ-φουντ, φαρμακεία , σουβλατζίδικα, ανακαλύπτεις όχθες τους, σιωπηλά κτήρια ,μνημεία που κρύβουν λησμονημένους θησαυρούς που σε ικετεύουν να παίξεις μαζί τους το παιγνίδι του σήμερα .Ξερά σκόρπια φύλλα , που ράντισε την πόλη ο αγέρας ενός αλλοτινού παραδείσου.Υποκύπτεις στις αυθόρμητες νύξεις τους.Χτυπάς το μασιφ ρόπτρο, ανεβαίνεις την ξύλινη σκάλα και βρίσκεσαι σε ένα τεράστιο σκοτεινό δωμάτιο με οδηγό ένα αναμμένο κερί … Ξύνεις λίγο το σοβά στο τοίχο της θύμησης ξεπετάγονται οι οπτασίες κάποιων παράξενων πλασμάτων, Τρίτωνες και Νηρηίδες ,πλαισιωμένοι με αγγελάκια καθισμένα στα σύννεφα που δραπετεύουν απ΄τις οροφογραφίες και σε ρωτάν χαμηλόφωνα Ζεί η ξακουστή πόλη, που χτίσαμε , κάποτες σαυτήν αφιλόξενη ακτή.Ζεί και βασιλεύει , παρά τους κατά καιρούς προαναγγελθέντες θανάτους της.Χωρίς την μεγαλοπρέπεια άλλων καιρών , αλλά και δίχως να περνάει απαρατήρητη.Μελαγχολική και σύγχρονη με τις αρρυθμίες και …με τα πολλαπλά κατάγματα αλλά πάντα μια πόλη που όταν την περπατάς έχεις την αίσθηση του Ανοιχτού Βίου. Μια κοινωνία , φιλική , ευανάγνωστη, με πολλές και ανοιχτές ταυτότητες, με αναπάντεχες συναντήσεις , με πυκνή διασταύρωση πληροφοριών, με ανοιχτό κώδικα επικοινωνίας.. Συγκρουσιακή αλλά και χωρίς λογοκρισία.Που οι σύγχρονοι,απρόσωποι και εξουθενωτικοί ρυθμοί πέρασαν δίπλα της αλλά δεν την ισοπέδωσαν Αυτή είναι η Ερμούπολη του 2013. Με κληρονομιά της εκείνο το μοναδικό αίσθημα ελευθερίας , σαν μαξιλάρι, που μπορείς να ακουμπάς πάνω του την ζωή και τις αναποδιές της.Σε μια εποχή , που μας επιβάλλει να καταναλωνόμαστε , ανάμεσα στο πυρετό δράση και την ανία , ενός ακατανόητου “τράστ αντιφάσεων” , σαν άλογα που καλπάζουν μαστιγωμένα μέσα από ένα αδιέξοδο τούνελ, η Ερμούπολη υπάρχει για να διδάσκει την γαλήνη.Μια γαλήνη που δεν είναι νωχέλεια μα ο τρόπος να παραμένει κανείς άνθρωπος.Είναι σαν εκείνο το ζεστό χέρι, που σφίγγει και σου δίνει κουράγιο , όταν όλα γύρω βυθίζονται στην απόγνωση, σε καιρούς σαν τους δικούς μας. «Και η ζωή είτε σημαίνει κουράγιο , είτε παύει να είναι ζωή ».
Έγραφα στην Ερμούπολη τον Αυγουστο του 2013.Μες την νυχτιάτικη σιγαλιά της αστροφεγγιάς, λίγη ώρα αφού τέλειωσε μια ακόμη ταραγμένη συνεδρίαση του δημοτικού συμβουλίου.Έγραφα σχεδόν ως την αυγή όταν εξω απ΄το παράθυρό μου φτεροκοπούσαν χελιδόνια, κι είχα την αίσθηση, πως ζώ στο λυκαυγές του 2021.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.