Πέμπτη, 15 Μαρτίου 2012

Mάρκος Bαμβακάρης - 100 χρόνια!

Γράφει ο ΠANOΣ ΣABBOΠOYΛOΣ

   Συμπληρώθηκαν εφέτος εκατό χρόνια από τη γέννηση του αναμφισβήτητου θεμελιωτή των ρεμπέτικων, του Mάρκου Bαμβακάρη. Έτσι είναι μία καλή ευκαιρία να προσεγγίσουμε κάποιες χαρακτηριστικές πλευρές του από μια διαφορετική, απ' ότι ως τώρα, οπτική γωνία. Όπως για παράδειγμα ότι πήγε μόνο τέσσερα χρόνια (και μάλιστα «τσάτρα-πάτρα») στο σχολείο, ότι δηλαδή ήταν ένας αγράμματος.
   Μάρκος Βαμβακάρης ένας «αγράμματος» λοιπόν, και η πρώτη - πρώτη ανάγνωση της λέξης «αγράμματος», για την περίπτωση του Μάρκου (και όχι μόνο του Μάρκου...), φέρνει αυτόματα στη σκέψη τη λέξη «κρίμα». Μια δεύτερη όμως ωριμότερη, ψυχραιμότερη και πιο... ελεύθερη ανάγνωση, φέρνει
στη σκέψη τη λέξη «ευτυχώς». Γι' αυτό ακριβώς το «ευτυχώς» γράφουμε στο Jazz & Tzaz. Σε τι λοιπόν είναι ευεργετική η «αγραμματοσύνη» του Μάρκου
και σε τι θα ήταν... καταστροφική η ενδεχόμενη... γραμματοσύνη του; Η απάντηση - ισχυρισμός μου, δεν είναι ούτε εύκολη αλλά ούτε και άνευ
κινδύνου παρεξηγήσεως. Γι' αυτό σας παρακαλώ, πέραν του αυτονόητου (ελπίζω!) των καλών μου προθέσεων για τη συγκεκριμένη προσέγγιση, να είστε βέβαιοι ότι ούτε «χτυπάω το σαμάρι για ν' ακούσει ο γάιδαρος»,
ούτε υποτιμώ στο ελάχιστο την παιδεία (και με τη γενικότερη έννοιά της),
της οποίας η έλλειψη στις μέρες μας είναι δυστυχώς εμφανέστατη, κυρίως
σ' αυτούς που θα έπρεπε να την είχαν σε περίσσευμα...
   Η έλλειψη λοιπόν ακαδημαϊκής παιδείας στον Μάρκο, γιατί από
κοινωνικής παιδείας ήταν ισόβιος... «πρύτανης», τον βοήθησε τα μέγιστα
ώστε να διατηρήσει «παρθένο», δηλαδή αναλλοίωτο όλον τον μουσικό και
ποιητικό πλούτο που (άθελά του, όπως άλλωστε όλος ο λαός τότε) έγινε
κοινωνός και αργότερα μέτοχος ο ίδιος. Στην αρχή στη Σύρα, με τις όποιες
δυτικές καταβολές που της έμειναν και στη συνέχεια, απ' τα δεκατρία του,
στον Πειραιά. Και ακριβώς αυτός ο «πλούτος» ήταν το υλικό με το οποίο
έχτισε το σημαντικότατο αλλά και πανέμορφο έργο του, το οποίο απετέλεσε
τα σίγουρα και δυνατά θεμέλια του ρεμπέτικου οικοδομήματος. Και ποιος
ήταν αυτός ο μουσικός και ποιητικός πλούτος; Μα ήταν:
   α. Η δημοτική μουσική παράδοση, β. Τα αστικά λαϊκά τραγούδια της
κυρίως Ελλάδας, αλλά και της Μικράς Ασίας και Πόλης, γ. Η βυζαντινή
μουσική, δ. Τα αδέσποτα τετράστιχα, δίστιχα και «γυρίσματα» και ε. Οι
παροιμίες και τα γνωμικά.
   Το ότι ο «πλούτος» αυτός ήταν το «δομικό υλικό» του Βαμβακάρη, δεν
απαιτεί ιδιαίτερη δυσκολία για να καταδειχτεί. Ιδού λοιπόν αυτούσια
αποσπάσματά του στο έργο του Μάρκου.

Παραδοσιακά και αστικά - λαϊκά στιχάκια
   Στο «Τα Μάτια Σου T' Αράπικα» (1933), βρίσκουμε το δημοτικό στιχάκι:
«τα μάτια σου τ' αράπικα τα είδα και τρελάθηκα». (Βλ. «Όπου Δεις Δυο
Κυπαρίσσια» με την Μαρίκα Παπαγκίκα).
   Στο «Μαύρα Μάτια Μαύρα Φρύδια» (1936), βρίσκουμε μέρη από τα εξής
δημοτικά: α. «μαύρα μάτια μαύρα φρύδια ζωντανό με τρων τα φίδια, μαύρα
μάτια και μεγάλα ζυμωμένα με το γάλα». (Βλ. Δημοτικό Ιωαννίνων, 1930/31)
β. «μαύρα μάτια μαύρα φρύδια και κορμί όλο παιχνίδια» (Βλ. «Τα Δυο Σου
Μάτια» του Δημήτρη Σέμση με τον Στελάκη Περπινιάδη, αλλά και Η.
Πετρόπουλου: «Ρεμπέτικα Τραγούδια» Κέδρος 1991, σελ. 35).
   Στο «Ψηλά Τη Χτίζεις Τη Φωλιά» (1939), βρίσκουμε τα δημοτικά
στιχάκια: «Ψηλά τα παραθύρια σου» και «και θα σου φύγει το πουλί...». [Βλ.
«Γιασουμί» (Πόλη, 1910;) Γιάγκος Ψαμαθιανός, αλλά και Σ. Σκαρτσή:
«Δημοτικά Δίστιχα Και Γυρίσματα» Καστανιώτης 1989, σελ. 67, 68].
   Στο «Αντιλαλούν Οι Φυλακές» (1936), όλα τα στιχάκια είναι πασίγνωστα
αδέσποτα δημοτικά και αστικά-λαϊκά, τα οποία συναντάμε χωριστά σε
διάφορα τραγούδια.
   Στο «Όλοι Οι Ρεμπέτες Του Ντουνιά» (1937), το ημιστίχιο: «μέσα στα
φύλλα της καρδιάς», είναι δημοτικό. (Βλ. Σ. Σκαρτσή όπως παραπάνω σελ.
57, 547).
   Στο «Τα Δυο Σου Χέρια Πήρανε» (1940), το πρώτο στιχάκι: «τα δυο σου
χέρια πήρανε βεργούλες και με δείρανε» είναι αδέσποτο δημοτικό. (Βλ. Σ.
Σκαρτσή ό.π. σελ. 169, αλλά και Η. Πετρόπουλος ό.π. σελ. 36, 37).
   Στο «Τα Ματόκλαδά Σου Λάμπουν» (1960), βρίσκουμε ενάμιση δημοτικό
στιχάκι: «τα ματόκλαδά σου λάμπουν σαν τα λούλουδα του κάμπου» και «τα
ματάκια σου αδερφούλα». (Βλ. Σ. Σκαρτσή ό.π. σελ. 169,170 και Η.
Πετρόπουλος ό.π. σελ. 36).
   Στο «Γαϊτανοφρυδούσα» (1961), βρίσκουμε τα εξής πασίγνωστα αδέσποτα
δημοτικά και αστικά - λαϊκά: α. «έλα να πάμ' εκεί που λες που κάνουν τα
πουλιά φωλιές», β. «έλα να πάμ' εμείς τα δυο σ' έναν αέρα δροσερό», γ.
«έλα να πάμε στο νησί η μάνα σου εγώ κι εσύ».

Παραδοσιακές και αστικές - λαϊκές μελωδίες
   Στο «Αντιλαλούν Οι Φυλακές» (1936), η μελωδία είναι δανεισμένη
αυτούσια από αστικό-λαϊκό. (Βλ. «Τα Ούλα Σου» σε δύο ηχογραφήσεις με την
Κυρία Κούλα και την Μαρίκα Παπαγκίκα).
   Στο «Ο Μάρκος Πολυτεχνίτης» (1937), η μελωδία είναι δανεισμένη
αυτούσια από δημοτικό. (Βλ. «Λημναίικο Ζεϊμπέκικο», ηχογράφηση στην
Αμερική με τον Γιώργο Δεληγιώργη).
   Στο «Δε θέλω Πια Να Μ' Αγαπάς» (1960), η μελωδία είναι δανεισμένη
αυτούσια από αστικό λαϊκό. (Βλ. «Στη Φυλακή Με Βάλανε» με την Μαρίκα
Παπαγκίκα).
   Στο «Πολίτισσα» (1939), η μελωδία είναι δανεισμένη αυτούσια από
γνωστό Αιγαιοπελαγίτικο σε διαφορετικές στιχουργικές εκδοχές, π.χ.
«Μπαρμπούνι Μου Θαλασσινό» με την Αναστασία Μουτσάτσου.
   Στο «Ταξίμ Ζεϊμπέκικο» (1937), βρίσκουμε αυτούσια παραδοσιακή μελωδία
από την οποία προέκυψαν και διάφορα άλλα άσματα όπως: α. «Μινόρε Του
Τεκέ» με τον Ιωάννη Χαλκιά (1932) β. «Ένας Μάγκας Στο Βοτανικό» με τον
Ζαχαρία Κασιμάτη (1933) Kaι τον Jim Apostolou (1955).
   Στο «Κάντονε Σταυρό» (1935), δύο μέτρα της (εννεάσημης) μελωδίας
προέρχονται από το γνωστό «Φωκιανό Ζεϊμπέκικο».

Τρόποι - ήχοι σε τραγούδια του Μάρκου
(λίαν ενδεικτικώς...)
   «Κάντονε Σταυρό» (1935), ήχος πλάγιος Δ', ο Μιξολύδιος των αρχαίων.
«Τα Δυο Σου Χέρια Πήρανε» (1940), ήχος Α', ο Δώριος των αρχαίων. «Τι Μ
Ώφελούν Οι Άνοιξες» (1961), ήχος πλ. Β'. «Με Πολεμάς Μπαμπέσικα» (1946),
ήχος πλ. Δ' ο Μιξολύδιος των αρχαίων. «Αλεξανδρειανή» (1961), ήχος Γ' ο
Φρύγιος των αρχαίων.

Κοινές φράσεις στα τραγούδια του Μάρκου
(λίαν ενδεικτικώς...)
«...βράσε ρύζι...» στο «Όταν Με Βλέπεις Και Περνώ» (1934), «...στους πέντε
δρόμους...» στο «Μ' Έκανες Και Χώρισα» (1937), «...δε μου καίγεται καρφί...»
στο «Μπαμπέσικα Με Τράβηξες» (1940), «...τα ίδια Παντελάκη μου, τα ίδια
Παντελή μου...» στο «Σιγανοπαπαδίτσα» (1940).
   Να σημειώσω εδώ ότι τα παραπάνω παραδείγματα είναι μόνο ένα μέρος από
τα... φανερά «δάνεια» του Μάρκου από την ελληνική παράδοση. (Αφήνω πια τα...
«αφανή», που χαρακτηρίζουν και το μεγαλύτερο μέρος του έργου του).
Παραδοσιακές, βυζαντινές και αρχαίες ρίζες είχαν λοιπόν τα τραγούδια του
Μάρκου. Ο ίδιος βεβαίως είχε σαφέστατη επίγνωση της καταγωγής των
τραγουδιών του, γι' αυτό αργότερα - στα τέλη της δεκαετίας του '60 -
είχε πει: «...τα τραγούδια τα δικά μου είναι ...βυζαντινά ...αρχαία...».
   Και να δούμε τώρα πώς επορεύοντο οι μορφωμένοι «ομότεχνοι» του
Μάρκου. Αυτοί λοιπόν, παραδομένοι κομπλεξικώς στην δυτική μουσική,
απαξίωναν πλήρως την... «βλαχοεπαρχιώτικη» και... «τούρκικη» δημοτική και
βυζαντινή παράδοση. Και αν την χρησιμοποιούσαν, αν λέω, την υπέτασσαν
υπάκουα όχι στις οποιεσδήποτε εμπνεύσεις τους, αλλά στο δυτικό ύφος που
είχαν... «προσκυνήσει». Αμ δε όμως που υποτάσσονται οι πάνω από ογδόντα
τρόποι -ήχοι- δρόμοι της ελληνικής μουσικής, στις δύο μόνο
ματζορο-μινόρε κλίμακες της μουσικής των δυτικών, (αυτής που αρέσκεται
τα μέγιστα π.χ. ο κ. Βέλτσος...). Γι' αυτό και τα αποτελέσματα τέτοιων
προσπαθειών ήταν τουλάχιστον αστεία, ανόητα, βαρετά και ξεχασμένα, γι'
αυτό και δεν επαναλήφθηκαν στη συνέχεια. Πάντως την ελληνική παράδοση
την είχαν χαρακτηρίσει... «τούρκικη», κυρίως οι άσχετοι και οι πονηροί.
Και δεν ήταν μόνο οι δυτικώς μουσικοσπουδαγμένοι.Ήταν κι άλλοι. Για
παράδειγμα το θλιβερό Μεταξικό τρωκτικό, ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου, μέσα
από την ασχετοσύνη και το αντι-Ανατολίτικο μένος του, πολέμησε άγρια τον
ελληνικότατο μανέ, χωρίς καν να υποψιάζεται ότι οι μελωδίες των μανέδων
(και όχι αμανέδων κομπιουτερίστικα α-λεξικά μου...) είχαν ακριβώς το ίδιο
«υφάδι» και «στημόνι» με τους ύμνους που άκουγε ευπειθέστατα στις
εκκλησίες. Φανταστείτε ότι ακόμα και ο μέγας Τσιτσάνης ήταν εναντίον του
μανέ και στήριζε τη λογοκρισία του Μεταξά.
   Αναρωτιέμαι λοιπόν τώρα: Αν ο Μάρκος Βαμβακάρης δεν ήταν «αγράμματος»
αλλά είχε αποφοιτήσει από πανεπιστήμιο και ωδείο, ενδεχομένως και με
μεταπτυχιακός σπουδάς εις την αλλοδαπήν, τι θα έγραφε; θα έγραφε
προφανώς ότι έγραψαν οι εγγράμματοι «συνάδελφοί» του. Και τι θα είχε
μείνει στην περίπτωση αυτή ζωντανό από τον Μάρκο; Μα ό,τι έχει μείνει
ζωντανό (τονίζω το ζωντανό!) από τους εγγράμματους. Δηλαδή τίποτα.
   Φαίνεται λοιπόν ότι ο ξιφήρης χρόνος μετά ανελέητα και συχνά
ανεξήγητα «ερωτικά» του αλισβερίσια με τους τελικώς εκλεκτούς του, δε
χαμπαριάζει τίποτα, από... διπλώματα. Έτσι χάρισε στον Μάρκο Βαμβακάρη το
«ελευθέρας» στη διαχρονικότητα, όπως άλλως το έκανε και με άλλους
«αγράμματους» και σε άλλους τομείς της τέχνης, π.χ. τον Θεόφιλο.
   Ανάλογη αυτής της «συμπεριφοράς» του χρόνου, είναι και η συμπεριφορά
κάποιων από τους σημερινούς εικοσάρηδες που παρακούνε τις ημεδαπές
τραγουδιστικές «σειρήνες» και αγκαλιάζουν τα «παλιά» λαϊκά. Αυτοί
λοιπόν, προτιμάνε μόνο σ' ένα μικρό ποσοστό Καζαντζίδη κ.λπ. (άμα έχετε
καταλάβει τι ακριβώς εννοώ μ' αυτό το «κ.λπ.», είστε πολύ «μάγκες»...)
ναι, και το... πλήθος προτιμάει σαν τρελό τον Μάρκο, αλλά και τους λοιπούς
αυθεντικούς «αγράμματους» της δεκαετίας του '30, δηλαδή τον Μπάτη, τον
Δελιά, τον Γιουβάν Τσαούς, τον Μεμέτη, τον Τζόβενο, τον Παπάζογλου και
τον Μπαγιαντέρα.
   Επομένως, ευτυχώς που ο Μάρκος Βαμβακάρης ήταν.... «αγράμματος». Αφήνω
πια ότι αν... μελετούσε μπορεί να γινόταν καμιά δικτατορία και να μην το
έπαιρνε χαμπάρι...

Τέσσερα υστερόγραφα
   Ο Μάρκος τον εαυτό του, πολύ λίγο τον «ενέπλεκε» στη δημιουργία. Όταν
κάποια φορά τον ρώτησαν πώς συνέθετε, αυτός απάντησε: «το όργανο πιάνει
το τραγούδι». («Ψάχνοντας» στον ωκεανό των τρόπων -ήχων- δρόμων,
«ενσάρκωνε» στο τέλος ένα νέο τραγούδι, αφού είχε το χάρισμα του
δημιουργού). Για την ποιητική του ικανότητα πάλι, εκφράστηκε μ' ένα
στιχάκι στον «Ντερβίση» του (1933):
«Μα εγώ δεν είμαι ποιητής
τραγούδια να ταιριάζω
και μου τα φέρνει ο αργιλές
και τα κατασκευάζω».
   Όταν ρώτησαν κάποτε τον Μάρκο τι γνώμη είχε για τον Μπετόβεν είπε:
«Καλός είναι αλλά δεν έχει σήμερα πέραση. Ο κοσμάκης αγαπάει το
ρεμπέτικο, γι'αυτό γράφω κι εγώ όπου βρεθώ».
   Είπε ο διάσημος στη Ρωσία μαέστρος Θόδωρος Κουρετζής σε μια πρόσφατη
συνέντευξή του στον Γιώργο Καρουζάκη: «Ο Μάρκος Βαμβακάρης είναι πιο
καινοτόμος από τον Παβαρότι».
   Να πώς τελειώνει ένα πρόσφατο άρθρο που έγραψε ο Σπύρος Παπαϊωάννου
στο καλό περιοδικό «Λαϊκό Τραγούδι», με αφορμή τα εκατόχρονα του Μάρκου:
«Κι αλήθεια κατάφερε κάτι ανάλογο (σ.σ. αυθεντική έκφραση) άλλο μουσικό
είδος (σ.σ. έξω από το ρεμπέτικο) στον τόπο, όση τέχνη κι αν κατέβασε
όσα δεκανίκια κι αν χρησιμοποίησε;».
   Όνειρα γλυκά... εσείς Μαρκο-μανείς μου με το «νάνι-νάνι» του.

Aναδημοσίευση από το περ. JAZZ & TZAZ, σ. 148-149

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.