Κυριακή, 11 Δεκεμβρίου 2011

Στην Eρμούπολη και στην Άνω Σύρο του 1845

Tης XPIΣTIANAΣ ΛYT
   H Χριστιάνα Λυτ (1817-1900) ήταν η Δανέζα σύζυγος του Γερμανού ιερέα της βασίλισσας Αμαλίας. Στο τρίτο μέρος του ημερολογίου της (έχουν προηγηθεί οι εκδόσεις των προσωπικών της σημειώσεων στους τόμους Μια Δανέζα στην Αυλή του Όθωνα και Στην Αθήνα του 1847-1848), παρουσιάζονται για πρώτη φορά οι χειρόγραφες ταξιδιωτικές της εντυπώσεις από τον αιγαιοπελαγίτικο χώρο. H Χριστιάνα, μαζί με τα δύο της παιδιά και την αδελφή της, ακολουθεί τον σύζυγό της σε υπηρεσιακά ταξίδια αλλά και σε ταξίδια αναψυχής και απολαμβάνει την άνεση και την ασφάλεια του βασιλικού κότερου Λέων, με καπετάνιο τον θαλασσόλυκο Γεώργιο Ρεβίδη. Πάνω στην « πλωτή κατοικίαΣ η Χριστιάνα έχει ελεύθερο χρόνο στη διάθεσή της και ψυχική ηρεμία. Συντάσσει λοιπόν με πολλή επιμέλεια και φροντίδα το ημερολόγιό της. Μέσα από τις συναρπαστικές της περιηγήσεις, μεταφερόμαστε κι εμείς στα κυκλαδονήσια Θερμιά, Σύρα, Τήνο, Μύκονο, Δήλο, Νάξο, Πάρο, Αντίπαρο, Ίο, Ανάφη, Σαντορίνη, Σίκινο, Μήλο, Κίμωλο, Σίφνο, Άνδρο, Κέα. Tα γραπτά της, με τη ζωντάνια, τη φρεσκάδα, τον ενθουσιασμό, την παρατηρητικότητα και την καλοπροαίρετη διάθεση κριτικής που τα χαρακτηρίζουν, αποτελούν μια πολύτιμη μαρτυρία για το χώρο του Αιγαίου στα μέσα του 19ου αιώνα. Στο κείμενο που ακολουθεί η X. Λυτ περιγράφει τις εντυπώσεις της από την επίσκεψή της στην Eρμούπολη και την Άνω Σύρο τον Iούλιο του 1845 (Περιλαμβάνεται στο βιβλίο Xριστιάνα Λυτ «Aρμενίζοντας», εκδ. EPMHΣ 1999, σελ. 28-35).
   O άνεμος μας πήγαινε πρίμα και το πλοίο έσκιζε περήφανα τα κύματα. Ήταν μία πραγματική απόλαυση. Όσο όμως ανέβαινε το φεγγάρι τόσο έπεφτε ο αέρας. Το ταξίδι πήγε καλά όλη τη νύχτα και την επομένη το πρωί είμασταν πολύ κοντά στη Σύρα (Σύρο). H Χώρα είναι πίσω από το βουνό και θέλαμε ένα ολόκληρο πρωινό για να φτάσουμε ως εκεί. Τα παιδιά έπαθαν ναυτία, εγώ αισθανόμουν πολύ άσχημα και από στιγμή σε στιγμή ήμουνα έτοιμη να πάθω κι εγώ τα ίδια. Με το να ξαπλώσω όμως και να μείνω ακίνητη ώσπου να ρίξουμε άγκυρα, τη γλίτωσα. H Χώρα της Σύρας, που λέγεται και Eρμούπολις, είναι σκαρφαλωμένη στην πλαγιά του βουνού και φαίνεται πολύ όμορφη από τη θάλασσα. Περίπου στο κέντρο της Χώρας, σε περίοπτη θέση, είναι δύο ωραίες ελληνικές εκκλησίες με ελεύθερο χώρο γύρω. Oι δύο καμπάνες τους είναι πολύ μελωδικές, κάτι σπάνιο στην Ελλάδα. Στο κάτω μέρος της Χώρας κατοικούν οι ορθόδοξοι μαζί με τους λιγοστούς διαμαρτυρόμενους του νησιού1. Πίσω από τα τελευταία σπίτια είναι μία αρκετά εκτεταμένη περιοχή με μερικούς εγκαταλειμμένους ανεμόμυλους και ακόμη πιο πάνω είναι η παλιά Χώρα που κατοικείται σήμερα από ρωμαιοκαθολικούς. Το κομμάτι αυτό είναι πολύ πιο απότομο από το κάτω, τη δε κορυφή του στολίζουν μία εκκλησία αφιερωμένη στον Άγιο Γεώργιο και το μέγαρο του Επισκόπου, λέξη που λέει πολλά2. Είχαμε καθήσει στο κατάστρωμα και απολαμβάναμε για αρκετή ώρα την ομορφιά της Χώρας με κάθε λεπτομέρεια, κι αυτό γιατί φοβόμασταν ότι η γνωριμία της από κοντά θα μας έκανε να χάσουμε ένα μεγάλο μέρος της καλής εντύπωσης που μας είχε προκαλέσει. Είναι αλήθεια πως τις ομορφιές της Ελλάδος πρέπει κανείς να τις παρατηρεί μέσα από τα κυάλια.
   Μόλις πατήσαμε στη στεριά μας πλησίασε κάποιος που ήθελε να μας πάει στο ξενοδοχείο του, το Hotel d ' Angleterre3, οι ανέσεις του όμως δε μας ενδιέφεραν διότι είχαμε αρκετούς γνωστούς εδώ. H Χώρα δεν ήταν τόσο όμορφη όσο φαινόταν από τη θάλασσα. Oι δρόμοι ήταν στενοί και σε μεγάλο βαθμό ακάθαρτοι. Ήταν όμως όλοι με καλντερίμι και η κεντρική οδός στρωμένη με πλάκες. Υπάρχουν εδώ πολλά εργαστήρια4 και, καθώς περνούσαμε, οι άνθρωποι διέκοπταν τη δουλειά τους, για να μας ρίξουν μια ματιά, και συγχρόνως ακούγαμε τη λέξη Angl Ž ses. Προχωρούσαμε μέσα στα στενάκια που όλο ανηφόριζαν. Oι λιθόστρωτες δρομόσκαλες μας κούρασαν υπερβολικά. Επιτέλους φτάσαμε στο σπίτι των Hildner, κτισμένο σε ύψωμα και με μία πανοραμική, φαντασμαγορική θέα. Είναι πολλές οι φορές που θα ήθελα να μπορούσα να ζωγραφίζω, γιατί έτσι θα μου ήταν δυνατόν να διατηρήσω ζωντανή την εντύπωση που μου προκαλούν τα διάφορα μέρη που επισκέπτομαι. Καλύτερα όμως έτσι από το να μην έχω κανένα ταλέντο. Oι Hildner είναι μια συμπαθέστατη οικογένεια. Μας δέχτηκαν τόσο φιλικά που δε μας άφηναν να φύγουμε. Ξαφνικά άρχισα να αισθάνομαι άρρωστη και φοβήθηκα ότι είχα πάθει θέρμες, όπως τότε στην Κόρινθο. Ευτυχώς, συνήλθα γρήγορα. Στη συνέχεια επισκεφθήκαμε τους Sandersky. Μας δέχτηκαν και αυτοί πολύ φιλόξενα, μόνο που δε μου άρεσε η κυρία, που είναι Βαυαρή και έχει υιοθετήσει μερικούς από εκείνους τους ελληνικούς τρόπους που δεν αποτελούν παράδειγμα προς μίμησιν. H επόμενη επίσκεψή μας ήταν στους Henning5. Δε μείναμε όμως πολύ μαζί τους γιατί έπρεπε να γυρίσουμε στους Hildner, που μας περίμεναν. Στο σπίτι τους είχε συγκεντρωθεί μία μεγάλη συντροφιά και άκουγε κανείς ελληνικά, γερμανικά και αγγλικά. Παίξαμε μουσική, τραγουδήσαμε και γενικά διασκεδάσαμε με την καρδιά μας. Όταν έφυγαν οι καλεσμένοι και μείναμε μεταξύ μας, η οικοδέσποινα, αντί για τσάι, ετοίμασε ένα περιποιημένο, ελαφρύ βραδινό γεύμα που ήταν ωραιότατο. Oι κύριοι, ευγενέστατοι, μας συνόδεψαν ως το κότερο. Τα μεσάνυχτα μας βρήκαν όλους να κοιμόμαστε βαθιά.

15 Iουλίου
   Πρωί στις επτά είμασταν στους Henning, για να κάνουμε μαζί, όπως μας είχαν υποσχεθεί, έναν περίπατο στην Πάνω Πόλη. Oι κάτοικοι του νησιού ήταν σήμερα καλύτερα ενημερωμένοι σχετικά με την άφιξή μας γιατί τους ακούγαμε να λένε μεταξύ τους: «Είναι οι Αθηναίοι που ήρθαν με το κότερο». Τα παιδιά έμειναν στο σπίτι των Henning κι εμείς φύγαμε για τον περίπατό μας. Ήταν, μα την αλήθεια, μια κουραστική ανάβαση μέσα στη ζέστη. Κι αυτό για να δούμε μια τέτοια πόλη! Ήταν σκέτη φρίκη! O Henning μας πήγαινε επίτηδες από τα πιο άσχημα μέρη, για να μας δείξει την Πάνω Πόλη σε όλη της τη δόξα! Εδώ πια η ελληνική ακαθαρσία βρισκόταν σε όλο της το μεγαλείο. Δεν υπήρχε ένα σημείο που να μην ήταν αισθητή η παρουσία της με όλες τις φοβερές συνέπειες. O τόπος ήταν γεμάτος από μεγάλους, τριχωτούς χοίρους που ή κείτονταν στη μέση του δρόμου ή κυλιόνταν μέσα στις ακαθαρσίες τους ή μας έτρεχαν από πίσω. Μέσα στα στενά ήταν δύσκολο να τους αποφύγουμε και ακόμα πιο δύσκολο να αποφύγουμε τις σκουντιές που μας έδιναν. Όρνιθες, κακαρίζοντας γεμάτες τρόμο, φτερούγιζαν κοπάδια πάνω από τα κεφάλια μας. Σκυλιά λυσσασμένα, που έτρεμαν ολόκληρα, σέρνονταν μέσα στα πόδια μας. Που και που πρόβαλλε πίσω από κάποιο θυρόφυλλο ένα ανθρώπινο πρόσωπο που έμοιαζε μ' εκείνο του Ιούδα έτσι όπως διαγράφονταν τα μεγάλα μαύρα μάτια στο κατάχλωμο δέρμα. Είχα πάρα πολύ καιρό να νιώσω τόσο άσχημα όσο σ ' αυτόν εδώ τον τόπο6.
   Πρώτα σταματήσαμε στην εκκλησία του Αγίου Ιωάννη του Βαπτιστή. H εικόνα στο ιερό παρίστανε τη Βάπτιση του Χριστούυ, με τον Ιωάννη να περιλούει το Χριστό με νερό με τη βοήθεια ενός μικρού αγγέλου. Είχαν στολίσει μία εικόνα της Παναγίας μ' έναν τρόπο πού θύμιζε ζωγραφιά σε βιεννέζικη μαγειρική και της είχαν κάνει κάτι χοντρά δάκρυα που έμοιαζαν με φουντούκια. Στο πάνω μέρος της εικόνας κρεμόταν ένα τάμα που παρίστανε μία ανθρώπινη μορφή με παραμορφωμένο πρόσωπο― έμοιαζε περισσότερο με χελώνα παρά με άνθρωπο. Ήταν αφιέρωμα κάποιου πιστού που υπέφερε από πονόδοντο. H Αγία Τράπεζα, όπως σε όλες τις εκκλησίες στην Πάνω Πόλη, ήταν στολισμένη με γυάλινα ανθοδοχεία γεμάτα τουλίπες και ανοιχτόχρωμα τριαντάφυλλα, φτιαγμένα από ύφασμα με φανταχτερές πούλιες. Μέσα στην εκκλησία ήταν πολλές καλόγριες για την πρωινή προσευχή κι ενώ, πεσμένες στα γόνατα, διάβαζαν το Ave Maria κι έκαναν το σταυρό τους, εξέταζαν με τη ματιά τους από την κορυφή μέχρι τα νύχια το ντύσιμό μας. Μας οδήγησαν στο εσωτερικό του μοναστηριού και μας παρουσίασαν σ' έναν μοναχό σχετικά νέο. Φορούσε το ράσο των καπουτσίνων με την κουκούλα, δεμένο στη μέση μ ' ένα κομποσκοίνι, και το κεφάλι του ήταν ξυρισμένο, αφήνοντας μόνο σα στεφάνι ένα γύρο κοντά μαλλιά7. Ήταν όλο φιλοφρονήσεις προς τις κυρίες! Μιλούσε πολύ ευγενικά και μας ρώτησε αν γνωρίζαμε το βίο του Ιωάννη του Βαπτιστή, διαφορετικά ήταν πρόθυμος να μας μιλήσει σχετικά. H συζήτηση πήρε σοβαρότερο χαρακτήρα όταν άρχισε να περιστρέφεται γύρω από τη δογματική διαφορά που είχαμε εμείς στο μυστήριο της εξομολόγησης και δεν έμοιαζε να πολυπιστεύει ότι είχε μπροστά του τον εξομολογητή της βασίλισσας μια κι η κεφαλή του είχε μαλλιά και φορούσε καπέλο. Ένας άλλος μοναχός μας πρόσφερε αναψυκτικά. Όπως μάθαμε, ήταν αρχιμάγειρας και είχε σπουδάσει την τέχνη της μαγειρικής. Μετά από λίγο τους αποχαιρετήσαμε.

O Άγιος Γεώργιος
   Ξαναπήραμε το δρόμο ανεβαίνοντας ακόμα ψηλότερα, ώσπου φτάσαμε στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου. H εικόνα πάνω στην Αγία Τράπεζα ήταν από τις πιο κακότεχνες που έχουν δει τα μάτια μου. O καημένος ο Άγιος Γεώργιος, με πρόσωπο μοϊκανού, καθόταν πάνω σ' ένα υποτιθέμενο άλογο, λευκό με κάτι πόδια σαν του ελέφαντα, και το οδηγούσε ενάντια στον επικίνδυνο δράκο8. Πάνω από την εικόνα κρέμονταν δύο ασημένια μποτάκια. Πιθανόν κάποιος υποδηματοποιός να σκέφθηκε πώς ο Άγιος είχε ανάγκη από ένα ζευγάρι καινούριες μπότες. Είδαμε και μία εξομολόγηση: ο μοναχός καθόταν στο κάθισμα του εξομολογητή, πίσω από ένα παραπέτασμα. H αμαρτωλή, γονατισμένη σ' ένα σκαμνάκι από την άλλη πλευρά του παραπετάσματος, εξομολογιόταν τις αμαρτίες της μέσα από ένα μικρό άνοιγμα, επειδή ο εξομολογητής δεν πρέπει να βλέπει τον εξομολογούμενο. Εκείνος πράγματι δεν κοίταζε προς το μέρος της, τόσο το βλέμμα του όσο και η προσοχή του ήταν στραμμένα περισσότερο σε μας παρά στο εξομολογούμενο τέκνο του οποίου οι αναστεναγμοί αντηχούσαν σε όλη την εκκλησία. Κάποια στιγμή βαρεθήκαμε την προσποιητή αυτή κατάνυξη και βγήκαμε έξω. Κατεβήκαμε τη σκάλα και κτυπήσαμε την εξώθυρα του επισκόπου Βλάγκη9 κι αυτό γιατί είμασταν περίεργες να δούμε πως ήταν το εσωτερικό μιας επισκοπικής κατοικίας. Eπρόκειτο για ένα άθλιο κτίριο που μόνο με επισκοπικό μέγαρο δεν έμοιαζε. O ίδιος ο Επίσκοπος έλειπε στην Αθήνα, όπου θα εγκαινίαζε μία καθολική εκκλησία10, γι' αυτό μας υποδέχθηκε ένας μοναχός, εξ ίσου καλοθρεμμένος όπως όλοι τους. Ήταν πολύ εξυπηρετικός και μας έδειξε όλα τα δωμάτια, που ήταν επιπλωμένα με μεγάλη λιτότητα. Τα μόνα εντυπωσιακά κομμάτια που υπήρχαν ήταν ένας πίνακας με τον πατέρα Βικέντιο με φωτοστέφανο, σε μέγεθος μεγαλύτερο από το φυσικό, και ένας άλλος με την Αγία Καικιλία στο εκκλησιαστικό όργανο. Επισκεφθήκαμε ακόμα και το ιδιωτικό παρεκκλήσιο του Επισκόπου, όπου σε μία γυάλινη λάρνακα ήταν τα ιερά οστά του Αγίου Θεόφιλου, τακτοποιημένα με πολλή φροντίδα, κι ανάμεσά τους τα καθιερωμένα ανθάκια από ύφασμα και πούλιες. O καύσωνας ήταν μία πραγματική κόλαση. Ακόμα και ο οικοδεσπότης μας υπέφερε και σκούπιζε διαρκώς τον ιδρώτα από το καλοθρεμμένο του πρόσωπο. Συγχρόνως προσπαθούσε να διατηρήσει την καλή του διάθεση με το να προμηθεύει τα ρουθούνια του με καπνό! Συμμεριστήκαμε το μαρτύριό του και είπαμε να φύγουμε ευχαριστώντας τον για τη φιλοξενία.
   Βγαίνοντας ακολουθήσαμε κάποιο δρόμο που λέγαν πως ήταν καλύτερος από τον προηγούμενο. Eγώ όμως δε βρήκα καμία διαφορά. Σταθήκαμε έξω από ένα γυναικείο μοναστήρι μέσα στο οποίο λειτουργούσε κι ένα παρθεναγωγείο11. Κτυπήσαμε την εξώθυρα και μας προσκάλεσαν όλους να περάσουμε μέσα, κάτι το απροσδόκητο. Oι μοναχές μας έδειξαν τα εργόχειρά τους. Είναι αλήθεια πως τα περίμενα ωραιότερα. Ήταν πολύ ομιλητικές και με προθυμία επιδείκνυαν τις ικανότητές τους. H καλογερίστική τους συμπεριφορά εκδηλωνόταν κάθε φορά που οι κύριοι τους απηύθυναν το λόγο, οπότε αυτές κατέβαζαν τα μάτια.
   Όταν επιστρέψαμε στην Κάτω Πόλη, επισκεφθήκαμε μαζί με τους Hildner το αμερικανικό σχολείο του οποίου οι εγκαταστάσεις είναι αρκετά καλές12. Τα κεντήματα που μας έδειξαν δεν ήταν και τίποτα σπουδαία. Μας άρεσαν περισσότερο τα τετράδια των μαθητριών. Στο τέλος του μαθήματος τα παιδιά τραγούδησαν όμορφα ένα ελληνικό τραγούδι, σε τέσσερις φωνές. Ήταν πια μεσημέρι και η ζέστη είχε φτάσει στο αποκορύφωμά της. Για μεσημεριανό φάγαμε στους Hildner. Αργότερα κάναμε έναν περίπατο μέσα στην πόλη και στη συνέχεια, με το κότερο, τριγυρίσαμε μέσα στο λιμάνι να δούμε πως κατασκευάζουν τα πλοία. Κοντά στο λοιμοκαθαρτήριο13 βγήκαμε στην ξηρά και καθήσαμε να ξαποστάσουμε λίγο σ' ένα πρωτόγονο παγκάκι. Στο δρόμο της επιστροφής επισκεφθήκαμε το νεκροταφείο και τελικά φτάσαμε στη Χώρα κατάκοποι.
   Εν τω μεταξύ είχε έρθει η ώρα για το τσάι και ξεκινήσαμε για τους Sandersky που μας είχαν καλέσει να περάσουμε μαζί το τελευταίο μας βράδυ στο νησί. Στη συντροφιά εκείνη δημιουργήθηκε έντονη διαφωνία μεταξύ του οικοδεσπότη, που ήταν Βαυαρός, και του καθηγητου Fabricius14, από το Holstein, σχετικά με το τι έχει αποκομίσει ο καθένας τους από την παραμονή του στην Ελλάδα. Γύρω στα μεσάνυχτα φύγαμε για το κότερο μαζί με όλη τη συντροφιά. Δε φυσούσε καθόλου. Κανείς δεν περίμενε πως θα μπορούσαμε να φύγουμε και για το λόγο αυτό δεν αποχαιρετηθήκαμε. Ήταν μία υπέροχη φεγγαρόλουστη βραδιά. Καθήσαμε στο κατάστρωμα και απολαμβάναμε τη θέα της Χώρας, που φάνταζε πανέμορφη μέσα στα φώτα της νύχτας.

Σημειώσεις
1 Όταν η Χριστιάνα επισκέπτεται τη Σύρο, ο οικισμός της Ερμούπολης, που είχε ιδρυθεί το 1822 από πρόσφυγες της Σμύρνης, των Κυδωνιών, των Ψαρών και κυρίως της Χίου μετά την καταστροφή της νήσου από τους Τούρκους, είχε αρχίσει να επεκτείνεται από την παραλία προς το μέσον περίπου της πλαγιάς του λόφου, στην κορυφή του οποίου κτίστηκε το 1878 ο ναός της Αναστάσεως. Μέσα στην Ερμούπολη υπήρχε η εκκλησία της Μεταμορφώσεως, κτισμένη το 1824 με χρήματα των προσφύγων στο προαύλιο της τάφηκε, το 1828, ο Άνθιμος Γαζής. Λέγεται ότι την καμπάνα της εκκλησίας είχαν φέρει Ψαριανοί από το νησί τους. H δεύτερη εκκλησία που αναφέρει η Λυτ είναι η Κοίμηση της Θεοτόκου, που κτίστηκε το 1828-1829 από τον υδραίο Θ. Πλατανίτη, στη συνοικία των Ψαριανών.

2 O γάλλος περιηγητής Tournefort, στο έργο του Voyage du Levant των αρχών του 18ου αι., αναφέρει τη Σύρο ως το κατ' εξοχήν καθολικό νησί όπου υπήρχαν μόνο δύο ορθόδοξοι ναοί. H Μητρόπολις των καθολικών ήταν αφιερωμένη στον Άγιο Γεώργιο. H ίδρυση καθολικής επισκοπής χρονολογείται από το 13ο αι.

3 O γάλλος συγγραφέας Gerard de Nerval, που είχε επισκεφθεί τη Σύρο το 1843, αναφέρει πως, όταν δείπνησε στο ξενοδοχείο Hotel d' Angleterre, η αίθουσα του εστιατορίου ήταν διακοσμημένη με ταπισσερί που παρίστανε διάφορες μορφές, Λαμαρτίνος-Νερβάλ-Γκωτιέ σ. 114.

4 O κεντρικός εμπορικός δρόμος της Ερμούπολης ήταν η οδός Eρμού. Παράλληλα με τη βυρσοδεψία, που ήταν ο βιομηχανικός κλάδος με τη μεγαλύτερη ανάπτυξη την περίοδο 1832-1857, ανθούσε και η βιοτεχνία με πλήθος εργαστήρια, κυρίως σιδηρουργίας, σαπωνοποιίας, οινοπνευματοποιίας και κατασκευής μαντηλών. Στα Γενικά Αρχείια του Κράτους υπάρχουν πολλά έγγραφα σχετικά με τη μορφή αυτή της οικοτεχνίας, μία γυναικεία αποκλειστικά απασχόληση στην παραγωγή «κεφαλοδεσμάτων (καλημκερίων)». Στις 3 Oκτωβρίου 1835 οι γυναίκες αυτές της Σύρου ζητούν την προστασία της εγχώριας παραγωγής από τις εισαγωγές του εξωτερικού, σε σχετικό έγγραφο προς το Υπουργείο των Εσωτερικών. Ακολουθούν 299 υπογραφές και «σταυροσημειώσεις», ΓΑΚ, Oθ. Aρχ. Υπ. Εσ. φ. 255, 3 Oκτ. 1835.

5 Oι Hildner, Sandersky και Henning ήταν οικογένειες διαμαρτυρομένων και κατοικούσαν στην Ερμούπολη μαζί με τους ορθοδόξους κατοίκους του νησιού, ενώ οι καθολικοί αυτόχθονες κάτοικοι έμεναν στην Άνω Σύρο. O διαχωρισμός μεταξύ καθολικών και ορθοδόξων ήταν σαφής. Oι Hildner είναι η οικογένεια του γερμανού ιεραπόστολου August Frederik Hildner, μέλους της αγγλικανικής ιεραποστολής Church Missionary Society.

6 H Άνω Σύρα προκαλεί την ίδια κακή εντύπωση, στο γάλλο συγγραφέα Gerard de Nerval το 1843. Μερικά χρόνια αργότερα, το 1852, ο Theophile Gauthier περιγράφει την εκεί επίσκεψη με καθόλου κολακευτικά λόγια, Λαμαρτίνος-Νερβάλ-Γκωτιέ σ. 706,131.

7 H Μονή αυτή των Καπουτσίνων ιδρύθηκε από γάλλους μοναχούς καπουτσίνους το 1637, στο χώρο γύρω από το ναό του Αγίου Ιωάννου του Βαπτιστή, δεύτερο σε παλαιότητα ναό μετά το μητροπολιτικό του Αγίου Γεωργίου. O ναός του Αγίου Ιωάννου του Βαπτιστή βρισκόταν στο κέντρο της Άνω Σύρας και ήταν πολυσύχναστος. Μέσα στη Μονή υπήρχε λαχανόκηπος, δωμάτια για τους εργάτες και τους επισκέπτες, καθώς και σχολείο για παιδιά που λειτουργούσε τις εργάσιμες μέρες τρεις ώρες το πρωί και τρεις το απόγευμα. Το 1842, λόγω οικονομικών δυσχερειών του τάγματος, ο ναός είχε περιέλθει σε πολύ κακή κατάσταση και ήταν επιτακτική η ανάγκη της επισκευής, η συντήρηση των εικόνων, η αγορά δύο εξομολογητηρίων, πάγκων για τους πιστούς, κηροπηγίων και τεχνητών λουλουδιών. Oι καλόγριες που προσεύχονταν μέσα στην εκκλησία ήταν μοναχές καπουτσίνες, οι οποίες δε ζούσαν σε κοινόβια αλλά ήταν οικόσιτες. Φορούν ράσο, δίνουν τον όρκο της υπακοής, της παρθενίας και της φτώχειας και ζουν από ελεημοσύνες, σύμφωνα με τις αρχές του τάγματος του Αγίου Φραγκίσκου. Εκλέγουν μία προϊσταμένη στην οποία και υπακούουν, προσεύχονται στην έκκλησία της Μονής και έχουν πνευματικό τον εκάστοτε ηγούμενο. Ασχολούνται κυρίως με τη θρησκευτική μόρφωση των κοριτσιών. Ρούσσος - Μηλιδώνης, σσ. 223, 231, 419.

8 O Gerard de Nerval το 1843 γράφει σχετικά με την ίδια εκκλησία: «Μία ταπεινή κιονοστοιχία, μία Αγία Τράπεζα επαρχιακής ενορίας, μερικές παλιές εικόνες χωρίς αξία, ένας Άη Γιώργης σε χρυσό φόντο να σκοτώνει εκείνον που σηκώνει πάντα κεφάλι», Λαμαρτίνος-Γκωτιέ-Νερβάλ σ. 109.

9 H Αγία Έδρα ονόμασε το Σεπτέμβριο του 1833 τον επίσκοπο Σύρου Λουδοβίκο-Μαρία Βλάγκη «αποστολικόν επιτετραμένον δια πάσαν την Ελλάδα πλην ορισμένων νήσων». O σεβασμιότατος ήταν φραγκισκανός, καταγόμενος από το Πεδεμόντιο. Το 1825 ονομάστηκε από τον πάπα Λέοντα XII «αποστολικός διαχειριστής της επισκοπής Σύρου» και το 1830 «επίσκοπος Σύρου». Πέθανε στη Σύρο το 1851 σε ηλικία 81 ετών.

10 O επίσκοπος Βλάγκης εγκαινίασε τη χρονιά εκείνη, στις 18 Oκτωβρίου 1845, το ναό του Ευαγγελιστού Λουκά στο Ηράκλειο Αττικής σε σχέδια που είχε κάνει ο Θεόφιλος Χάνσεν. Πέντε χρόνια νωρίτερα, το 1840, είχε εγκαινιάσει το ναό του Αποστόλου Παύλου στον Πειραιά, έργο του Χριστιανού Χάνσεν.

11 H Χριστιάνα αναφέρεται εδώ στο Παρθεναγωγείο της Μονής των Oυρσουλίνων που ιδρύθηκε στη Σύρο το 1778.

12 O Ιεραπόστολος August Frederik Hildner είχε ιδρύσει σχολείο στη Σύρο και, όπως αναφέρει ο ίδιος σε σχετικό έγγραφο με ημερομηνία 15/27 Απριλίου 1833, «Δια την ευφορίαν των εργασιών του Παιδαγωγείου, του ιδιαιτέρου μου καταστήματος, ενέκρινα να συστήσω επιτροπήν και έκλεξα επομένως τους κ.κ. Δημ. Μιαούλην, Θεόδ. Άμιρον και Νικ. Ταρπουχτσήν, οίτινες από καλοσύνη των ευηρεστήθησαν να δεχθούν το βάρος τούτο.», ΓΑΚ, Aρχ. Βλαχ. κυτίον 118. Στο σχολείο αυτό εδίδασκε και ο ίδιος από το 1834, όπως προκύπτει από έγγραφο στα ΓΑΚ, Oθ. Aρχ., Γραμματεία Εκκλησιαστικών και Παιδείας, L 58, αρ. εγγρ. 4778, 22 Αυγ. / 3 Σεπτ. 1834. Τον επόμενο χρόνο η σύζυγος του άγγλου ιερέα Leeves, η οποία είναι μητέρα ενός κωφάλαλου κοριτσιού, προτείνει στον Υπουργό Παιδείας Ιάκωβο Ρίζο Νερουλό την ίδρυση σχολής κωφαλάλων στη Σύρο, με τη συνδρομή άγγλων και αμερικανών φιλανθρώπων, ΓΑΚ, Oθ. Aρχ., Γραμματεία Εκκλησιαστικών και Παιδείας, L 58, αρ. εγγρ. 815, 8/10 Iουλίου 1835, γαλλ. Όταν οι Λύτ επισκέπτονται τη Σύρα το σχολείο του Hildner δε λειτουργούσε πια και επισκέπτονται μαζί το σχολείο που είχε ιδρύσει το 1830 ο γερμανός ιεραπόστολος γιατρός Christian Ludwig Kork (1800-1842), μέλος της αμερικανικής ιεραποστολής. Γενική Eφημερίς, έτος Ε, 31 Δεκεμβρίου 1830, αρ. 102, σ. 479. Το ίδιο έτος ο Kork παντρεύτηκε την ελληνίδα Μαρία Φιλαλήθους, η οποία ασχολήθηκε επίσης με την εκπαίδευση των ελληνόπουλων. Στη Σύρο υπήρχε αλληλοδιδακτικό σχολείο για κορίτσια, το οποίο είχε συσταθεί το φθινόπωρο του 1829, Γενική Eφημερίς, έτος Δ', 9 Oκτωβρίου 1829, σ. 279.

13 Το Λοιμοκαθαρτήριο, τα Λαζαρέτα, είναι μία εντυπωσιακή κατασκευή με ανοικτές τοξωτές στοές, στην απέναντι πλευρά του λιμανιού. Κτίστηκε μεταξύ 1832 και 1842 με σχέδια του βαυαρού αρχιτέκτονα Wilhelm Weiler.

14 O Carl Fabricius δίδασκε λατινικά και γερμανικά στο Γυμνάσιο της Σύρου ως το 1837. Το έτος αυτό, για λόγους οικογενειακούς και υγείας, ζήτησε μετάθεση και διορίστηκε στο Γυμνάσιο του Ναυπλίου. Εκεί δίδαξε μόνο τρία χρόνια, εξαιτίας των επεισοδίων που προκλήθηκαν από τους μαθητές, και το 1840 πήρε μετάθεση για το Γυμνάσιο της πρωτεύουσας. Το 1844 τον βρίσκουμε προσωρινά πάλι στο Γυμνάσιο του Ναυπλίου. Σχετικά έγγραφα υπάρχουν στα Γενικά Αρχεία του Κράτους, Oθ. Aρχ., Γραμματεία Εκκλησιαστικών και Παιδείας, L φ. 37. O Fabricius εξέδωσε το 1841 στην Αθήνα μία συλλογή λατινικών κειμένων και αργότερα το έργο του Συντακτικόν της λατινικής γλώσσης, υπό Καρόλου Φαβρικίου Δ.Φ. καθηγητού της λατινικής φιλολογίας παρά τω εν Σύρω Γυμνασίω, Εν Eρμουπόλει 1855, τύποις Γ. Μελισταγούς Μακεδόνος, οδός Αγοράς αρ. 673. Του έργου αυτού είχαν σίγουρα προηγηθεί και άλλες εκδόσεις. Γνωρίζουμε την ύπαρξη εκείνης του 1848.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.