Τετάρτη 2 Ιουλίου 2014

Οι εκλογές του 1874 στην Ερμούπολη


ΤΟΥ 
ΚΩΣΤΑ ΠΑΛΟΥΚΗ 
ιστορικού

Οι χρονιές 1874/1875 που θα μας απασχολήσουν, χρονιές κρίσης του ελλαδικού πολιτικού συστήματος, όπως διαπιστώνουμε, ταυτίζονται χρονολογικά με την ανακοπή της αναπτυξιακής τάσης της ελληνικής βιομηχανίας, μέρος της οποίας και η ερμουπολίτικη.
Στα 1874 έχουμε δύο εκλογικές διαδικασίες, τις δημοτικές εκλογές και τις βουλευτικές εκλογές. Το πρώτο δεκαήμερο του 1874, στις 4 Ιανουαρίου 1874, διεξήχθησαν οι δημοτικές εκλογές στο Δήμο της Ερμούπολης, όπως βέβαια και σε όλους του δήμους της Ελλάδας. Οι ελλαδικοί δήμοι αποτελούσαν από την εποχή του Όθωνα διευρυμένες περιφέρειες που κάλυπταν εκτός από τον οικιστικό χώρο μιας πόλης και τις γύρω περιοχές, όπως περίπου συμβαίνει σήμερα με τους λεγόμενους καποδιστριακούς. Ένα ανυπόγραφο πολιτικό φυλλάδιο με ημερομηνία 16 Ιανουαρίου 1874 αποτελεί την πηγή που μας εντάσσει κατευθείαν στο τοπικό πολιτικό κλίμα της εποχής.. Ο συγγραφέας, ο οποίος είναι άγνωστος, υπερασπίζει ως τρίτος το πρόσωπο του μόλις εκλεχθέντα δημάρχου Βαφιαδάκη ο οποίος είχε δεχθεί σφοδρότατη κριτική κατά τον προεκλογικό αγώνα.
Από την πρώτη σελίδα του φυλλαδίου τίθεται η βάση των πολιτικών διαχωρισμών. Ο λόγος περί Χίων και περί Πελλοπονησίων και γενικότερα η αναφορά σε κομματικούς συνασπισμούς με βάση τον τόπο καταγωγής υποδηλώνει τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούσε η Ερμούπολη ως κοινωνία των πολιτών εκείνη την εποχή. Από την αρχή της συγκρότησης της πόλης οι πολιτικοί συνασπισμοί δομήθηκαν με βάση τον τόπο προέλευσης έτσι από τη μία υπήρχε το κόμμα των Χιωτών μεγαλέμπορων οι οποίοι είχαν δική τους λέσχη στην οποία συναθροίζονταν και από την άλλη οι Ψαριανοί, οι Κρητικοί, οι Πελοποννήσιοι και άλλοι. Τη δεκαετία του 1870 ο τρόπος αυτός πολιτικής διαίρεσης του κοινωνικού κορμού της πόλης συνέχιζε να υπάρχει, με τη διαφορά ότι, όπως θα δούμε παρακάτω, φαίνεται ο ρόλος των Χίων να έχει υποβαθμιστεί, ενώ αντίστοιχα να έχει αναβαθμιστεί σημαντικά ο ρόλος των Κρητών και των Πελοποννησίων.
Είναι φανερό ότι ο ερμουπολίτικος κοινωνικός σχηματισμός από την εποχή της συγκρότησής του δεν ξέφευγε στα γενικά χαρακτηριστικά της πολιτικής δομής του από την υπόλοιπη Ελλάδα παρά τη σαφή και έντονη ταξική διάρθρωση. Οι μηχανισμοί συναίνεσης και κοινωνικής ενσωμάτωσης λάβαιναν στη Σύρο μια ιδιαίτερη μορφή όχι μέσα από τις φατρίες και τα ξενικά κόμματα, αλλά μέσα από τα κόμματα καταγωγής. Τα ζητήματα ταξικής πάλης αναιρούνταν ή και επιλύονταν στο επίπεδο της υλικής βάσης με ανάλογο τρόπο των ηπειρωτικών πελατειακών σχέσεων, μέσα δηλαδή από πατρονάρισμα των φτωχών οικογενειών των ναυτών και ναυτεργατών από τους μεγαλέμπορους και τους μεγαλοκαραβοκύρηδες, ενώ στο ιδεολογικό επίπεδο μέσα από την συμμετοχή και τη συσπείρωση στην ταυτότητα καταγωγής. Ο δήμος ο οποίος λειτουργούσε ως τοπικό κράτος αποτελούσε εκτός από μηχανισμό επιβολής της ηγεμονίας συνολικά της εμπορικής αστικής τάξης και μέσο επιβολής της ηγεμονίας του κάθε συνασπισμού εξουσίας. Ο πολιτικός διαχωρισμός με βάση την καταγωγή στην Ερμούπολη του 19ου αιώνα θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι αναδεικνύει με τον ευκρινέστερο τρόπο το βαθμό εθνικής ομογενοποίησης της Ελλάδας. Μια πόλη στην οποία κατοικούν άνθρωποι με καταγωγή από όλες τις περιοχές της χώρας η τοπική ταυτότητα είναι αυτή που τους χαρακτηρίζει. Πιθανόν αυτή η ταυτότητα να ενέχει όμως εκτός από πολιτισμικά χαρακτηριστικά (γλώσσα, ήθη, συνήθειες) και οικονομικά χαρακτηριστικά.

Ο Βαφιαδάκης

Επιστρέφοντας στα πολιτικά πράγματα της δεκαετίας του '70 ας προσέξουμε τις συμμαχίες όπως περιγράφονται σε ένα κείμενο της εποχής για τις δημοτικές εκλογές του 1971, την πρώτη εκλογή του δημάρχου επι δεκαετίες Βαφιαδάκη. Ο Βαφιαδάκης παρότι παρουσιάζεται ως πολιτικός αντίπαλος των χιωτών υποστηρίχτηκε από αυτούς στις εκλογές του 1870, ενώ αναφέρεται εμμέσως πλην σαφώς η υποστήριξη της συντριπτικής πλειοψηφίας των ερμουπολιτών παραγόντων. Θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι τα εμπορικά συμφέροντα, παρά τους προσωπικούς ανταγωνισμούς, είναι εκείνα που καθόρισαν τις επιλογές των χιωτών και συσπείρωσαν τον εμπορικό κόσμο γύρω του. Πάντως, μετά την εκλογή του 1870 οι Χίοι παρουσιάζονται να αλλάζουν στάση και να ασκούν αντιπολίτευση στον Βαφιαδάκη. Ο αρθρογράφος δεν αναφέρει κάποια ερμηνεία για αυτήν την μεταστροφή. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η αναφορά στους Πελοποννήσιους παράγοντες οι οποίοι παρουσιάζονται να λειτουργούν αυτόνομα και να κατεβάζουν δικό τους ψηφοδέλτιο στα 1870, κάτι όμως που δε θα επαναληφθεί στα 1874.
Το κείμενο γρήγορα φτάνει στην προεκλογική ζύμωση των εκλογών του 1874. Παρουσιάζει τον Βαφιαδάκη ως ανιδιοτελή που δεν ενδιαφέρεται να επαναδιεκδικήσει το αξίωμα, αλλά υποκύπτει στις πιέσεις των συμπολιτών του, ενώ δεν αναλαμβάνει καμία προεκλογική καμπάνια. Αντίθετα, παρουσιάζει τους αντιπάλους του να μηχανορραφούν και να προσπαθούν να δημιουργήσουν διάφορες συμμαχίες. Οι πλειοψηφία των Πελοποννησίων παρουσιάζεται να συμπαρατάσσεται με τον Βαφιαδάκη παρά τις δελεαστικές προτάσεις των Χίων. Τελικά, υποψήφιος αντίπαλος του Βαφιαδάκη αναγορεύτηκε ο δημοτικός γιατρός Παρασκευάς, αφού δεν μπόρεσαν οι Χιώτες παράγοντες να συμφωνήσουν σε ένα πρόσωπο από τους ίδιους. Τρίτος υποψήφιος εμφανίζεται ένας άλλος δημοτικός γιατρός ο Μάρκος Μηλαϊτης, ο οποίος είχε και στις προήγουμενες εκλογές διεκδικήσει το δημαρχικό αξίωμα. Ο Μηλαϊτης έχει με βάση τη σημερινή ορολογία τα χαρακτηριστικά του «ανεξάρτητου» υποψήφιου, αποτελεί μια ιδιαίτερη περίπτωση στην οποία θα επανέρθουμε. Τελικά, όμως ο Μηλαϊτης συμπαρατάχθηκε με τον Παρασκευά.
Στρεφόμενοι στις εφημερίδες που βρήκαμε βλέπουμε ότι και τα δύο σημαντικότερα έντυπα μόνο την τελευταία εβδομάδα της προεκλογικής περιόδου στην ουσία εκδηλώθηκαν ανοιχτά υπέρ κάποιου. Οι λόγοι της καθυστέρησης αυτής μάλλον θα πρέπει να αναζητηθούν στο γεγονός ότι μόλις την τελευταία εβδομάδα ολοκληρώθηκαν οι διεργασίες των συμαχιών, αλλά και ξεκαθάρισε το τοπίο των υποψηφιοτήτων οι οποίοι ήταν αρχικά περισσότεροι από τρεις για να καταλήξουν πολύ λίγο πριν την κάλπη σε δύο.
Η εφημ. Ερμούπολις ανέφερε τον αριθμό εννέα για τους αρχικούς υποψηφίους, χωρίς όμως να τους κατονομάσει ή να περιγράψει τις διαδικασίες που στα τέλη του Δεκεμβρίου 1873 τους περιόρισαν σε τρεις, δηλαδή τους Βαφιαδάκη, Μηλαϊτη και Παρασκευά. Η εφημερίδα τίθεται ανοιχτά εναντίον του Βαφιαδάκη και επιτίθεται σε αυτόν. Στο φύλλο της 22 Δεκεμβρίου 1873 τον καλεί με φανερά αρνητική διάθεση να παρουσιάσει το έργο του και να λογοδοτήσει απέναντι στο λαό της Ερμούπολης, «ενώπιον του οποίου θα εμφανισθή και πάλιν ο κ. Βαφιαδάκης να ζητήση τας ψήφους». Στο επόμενο φύλλο επιτίθεται στον δήμαρχο και ανοιχτά υποστηρίζει τον Παρασκευά. Κατηγορεί τον δήμαρχο για αλόγιστες δαπάνες, για κακή οικονομική κατάσταση του δήμου και για αδιαφορία ως προς δημοτικές τις υποχρεώσεις του για να καταλήξει ότι «κατά την τετραετή δημαρχίαν δεν απεδείχθη δήμαρχος ευδόκιμος και κατάλληλος». Για τον Παρασκευά γράφει ότι έχει σπουδαίαν υποστήριξην παρά των νοημόνων, ανεξαρτήτων και αφατριάστων πολιτών. Είναι ανήρ ρέκτης, ικανός και νοήμων και ανεξαρτητος το φρόνημα. Ως δημοτικός σύμβουλος διέπρεψεν επί ορθοφροσύνη, ανεξαρτησία φρονήματος και φειδωλία των δημοτικών προσόδων. Η παρουσία αυτού εν προηγουμένοις δημοτικοίς συμβουλίοις διέσωσε σπουδαία ποσά χρημάτωνκαι καταπολέμησε την σπατάλην υπό τοιόνδε ή τοιόντε πρόσχημα.» Για να καταλήξει πως «ο κ. Δ. Παρασκευάς αναδεικνυόμενος δήμαρχος Ερμουπόλεως θέλει εργασθή μετά ζήλου και θέλει ανορθώσει τα δημοτικά πράγματα και την δημοτικήν αξιοπρέπειαν». Για τον Μηλαϊτη φέρεται θετικά, αλλά εκτιμά ως αρνητικό το γεγονός ότι δεν είχε ποτέ εκλεγεί σε δημοτικό συμβούλιο. Θεωρεί όμως πως οι ψήφοι που θα πάρει είναι ψήφοι καταδίκης της πολιτικής του Βαφιαδάκη. Τέλος, προειδοποιεί τους Πελοποννησίους οι οποίοι αποφάσισαν να υποστηρίξουν τον πρώην δήμαρχο με πέντε δικούς τους στο ψηφοδέλτιό του πως στην πραγματικότητα ο Βαφιαδάκης δεν τους συμπαθεί και για αυτό θα τους υπονομεύσει.

Οι 4 υποψήφιοι
Η εφημ. Πατρίς στο φύλλο της 30ης Δεκεμβρίου 1873 αναφέρεται σε τέσσερις αρχικούς υποψηφίους. Ο τέταρτος ήταν ο έμπορος Περικλής Σεβαστόπουλος για τον οποίο η εφημ. Ερμούπολις δεν ανέφερε τίποτα. Κατά την εφημερίδα ούτε ο Σεβαστόπουλος ούτε ο Παρασκευάς εκφράζουν ένα συγκεκριμένο πολιτικό πρόγραμμα αρχών, αλλά στηρίζουν τις δυνάμεις τους στις προσωπικές τους σχέσεις και φιλίες. Οι δύο συνενώθηκαν για να αντιμετωπίσουν τον Βαφιαδάκη καθώς οι πολιτικές τους μερίδες μειονεκτούσαν σε σχέση με αυτόν. Όσον αφορά τους Πελοποννησίους η εφημερίδα εκτιμά ότι η ήττα τους κατά την προηγούμενη εκλογική μάχη του 1870 τους οδήγησε έξω από το παιχνίδι της εξουσίας. Έτσι, συγκροτώντας μια επιτροπή αποφάσισαν να συμμαχήσουν με τον Βαφιαδάκη. Η εφημερίδα ρητά υποστηρίζει τον Βαφιαδάκη καλώντας τους πολίτες. Εάν, λοιπόν, οι αντίπαλοι του Βαφιαδάκη δεν έχουν ούτε αρχές ούτε και ρεύμα στην κοινωνία («ασθενείς αντιπάλους» τους ονομάζει η εφημερίδα), ο ίδιος τα έχει όλα× «αντιπροσωπεύει την ιδέαν των βιομηχανικών της πόλεως τάξεων και τον εμπορικόν και επιχειρηματίαν νουν× διακεκριμμένος και πρώτιστος ων εν Ερμουπόλει κεφαλαιούχος και παρ' αυτών των έχθιστα προς αυτόν διακειμένων ομολογείται ως ο προστάτης της βιομηχανίας και ο τας σπουδαιοτέρας δια της τολμηράς κυκλοφορίας απείρων κεφαλαίων παρέχων ευκολίας εις την ναυτιλίαν του τόπου και το εμπόριον ...» Ο Βαφιαδάκης «κέκτηται ομολογουμένως την μεγαλυτέραν εν τω τόπω επιρροήν, έχει περί εαυτόν τα ζωτικότερα και ισχυρότερα εν τω τόπω στοιχεία», ενώ έχει την υποστήριξη και του κρητικού στοιχείου το οποίο «θεωρείται ως το τριτεύον [στοιχείο] κατά τους ψήφους εν Ερμουπόλει»
Η άποψη που υποστηρίζει η εφημ. Ερμούπολις ως προς το προφίλ του σωστού δημάρχου, προφίλ που ταιριάζει στην περίπτωση του Παρασκευά και βέβαια δεν ταιριάζει στον Βαφιαδάκη, φανερώνει την τάση εμπέδωσης στα πολιτικά ήθη την εποχής μιας νέας αντίληψης για τον κοινωνικό χαρακτήρα των προσώπων που ασκούν την εξουσία και κατ' επέκταση για τον ίδιο τον μηχανισμό άσκησης της ηγεμονίας. Ο Βαφιαδάκης ως πλούσιος δεν είναι ικανός για δήμαρχος, ενώ ο Παρασκευάς μη όντας πλούσιος είναι. Το δημαρχικό αξίωμα χρειάζεται επαγγελματίες πολιτικούς και όχι ερασιτέχνες. Χρειάζεται μορφωμένους ανθρώπους ικανούς να οργανώνουν την κοινωνία πολιτών. Τέλος, στο σημείο αυτό θα επαναλάβουμε τη θέση μας ότι η τελική επιλογή από χιώτικη μερίδα ενός γιατρού με μεγαλύτερο κοινωνικό αντίκρυσμα αντί ενός καθαρόαιμου αστού είναι ενδεικτική της αδυναμίας των αστικών αυτών στρωμάτων που έχουν την ανάγκη να προσεταιριστούν και όχι να επιβληθούν επί των κατώτερων στρωμάτων.

Πεδίο σύγκρουσης
Το μείζων θέμα που αναδείχτηκε στις εκλογές του 1874 ως πεδίο σύγκρουσης ανάμεσα στις πολιτικές μερίδες ήταν το ζήτημα της τιμής του άρτου. Ο δήμαρχος είχε τη δυνατότητα να καθορίζει την τιμή του άρτου ή να επιλέξει εάν θα την καθορίσει ή όχι. Ένα ζήτημα που σήμερα αυτονόητα θεωρείται υπόθεση του κεντρικού κράτους στον 19ο αιώνα αποτελούσε υπόθεση των δήμων οι οποίοι με αυτόν τρόπο λειτουργούσαν ως τοπικό κράτος - επέκταση του κεντρικού κράτους. Βέβαια σήμερα μετά την τελευταία μεταρρύθμιση, οι δήμοι επανακτούν σταδιακά τα χαρακτηριστικά τοπικού κράτους και στην ουσία η λεγόμενη οικονομική αυτονομία της Τοπικής Αυτοδιοίκησης μεταθέτει αρμοδιότητες του κεντρικού κράτους στο τοπικό. Οι Παρασκευάς και Μηλαϊτης υποστηρίζουν πως ο άρτος αποτελεί τη σημαντικότερη τροφή για τον φτωχό εργατικό κόσμο. Κατηγορούσαν το Βαφιαδάκη ότι τον πωλεί σε υπέρογκο ποσό καταπιέζοντας τον λαό. Ζητούν λοιπόν τον καθορισμό της τιμής του σε χαμηλά επίπεδα, ώστε να μπορεί ο φτωχός εργάτης να το αγοράζει. Αντίθετα η θέση του κόμματος του Βαφιαδάκη όπως παρουσιάζεται στο γνωστό φυλλάδιο είναι η υποστήριξη του ελεύθερου ανταγωνισμού, το οποίο θεωρούσε ότι νίκησε σε βάρος του παρεμβατισμού. «δύο συστήματα ανέκαθεν καθιερώθησαν × ο ελεύθερος διαγωνισμός και αι διατιμήσεις. Εκ της ενδελεχούς πάλης των δύο συστημάτων, εξήλθε θριαμβεύσαν το του ελεύθερου διαγωνισμού. Εις άπασαν την Ευρώπην την τιμήν του άρτου προσδιορίζει ο Νόμος της προσφοράς και της ζητήσεως, αναλόγως της αφθονίας ή ελλείψεως των σιτηρών. Οσάκις εν τη αγορά εκτίθεται ποσόν κατώτερον της πραγματικής ζητήσεως, τινές των αγοραστών, μη ευρίσκοντες άρτον, διαγωνίζονται μετά των άλλων και η τιμή αυξάνει κατά λόγον της επιθυμίας προς απόκτησιν×
Για το συγγραφέα η επιστήμη έχει λύσει το οικονομικό αυτό πρόβλημα αμετάκλητα. Μάλιστα, θεωρεί την Ερμούπολη ιδανική περίπτωση πόλης για την εφαρμογή αυτού του συστήματος, διότι είναι μια πόλη με πάρα πολλά «εργοστάσια σίτου» και πολλούς σιτέμπορους. Στη συνέχεια «ιδεολογικοποιεί» το ζήτημα και αναφερόμενος σε λόγια του Φουσσέ, αρχηγό της γαλλικής αστυνομίας επί Ναπολέοντος Α, υπερασπίζει επί της αρχής το αναφαίρετο δικαίωμα της ελευθερίας του πολίτη και της μη περιστολής τους παρά μόνο σε έκτακτη ανάγκη. Συνεχίζει υπερασπίζοντας το δικαίωμα της ελευθερίας της βιομηχανίας και του εμπορίου και καταλήγει σε ένα κλασσικό ιδεολόγημα του οικονομικού φιλελευθερισμού ότι δεν είναι δίκαιο αυτοί που υπερασπίζονται την προστασία μιας τάξης, να καταπιέζουν «τας πολυαρίθμους τάξεις τας εργαζομένας εις παραγωγήν». Τριάντα χρόνια πριν το «Κοινωνικό Ζήτημα» του Σκληρού και τριαντατέσσερα πριν την άνοδο στην εξουσία των Φιλελευθέρων, οπότε και εντάχθηκαν στον επίσημο πολιτικό λόγο οι έννοιες των διαφορετικών τάξεων με τα διαφορετικά συμφέροντα, έχουμε στην Ερμούπολη της Σύρου λόγο περί τάξεων που δεν πρέπει η μια να καταπιέζει την άλλη, εννοώντας φυσικά τη βιομηχανική τάξη ως καταπιεζόμενη από τα συμφέροντα της εργατικής τάξης. Ο λόγος αυτός στο σύνολό του είναι συνειδητά λόγος φιλελεύθερος αστικός δίνοντας επομένως στο κόμμα ένα πολύ συγκεκριμένο ιδεολογικό στίγμα. Ο συγγραφέας παρουσιάζεται να κατέχει την ιστορική γνώση της σημασίας των όρων και της πορείας των προσώπων και των καταστάσεων (Ναπολέοντας, Γαλλική Επανάσταση) που εισήγαγαν και υποστήριξαν στην Ευρώπη τις φιλελεύθερες ιδέες από μέρους του συγγραφέα. Το φιλελεύθερο αυτό λόγο θα συναντήσουμε στη συνέχεια σε μια εφημερίδα υποστήριξης της πολιτικής μερίδας του Βαφιαδάκη, την «Εξέγερση».
Έχουμε, λοιπόν, από τη μια παράταξη με χαρακτηριστικά Φιλελεύθερους Κόμματος. Εάν τελικά η πολιτική αντιπαράθεση ξεπερνάει τις τοπικές διαιρέσεις και αποκτά ιδεολογικά χαρακτηριστικά, ποιο είναι το στίγμα του άλλου κόμματος. Μήπως προσιδιάζει σε εκείνο του μετέπειτα Λαϊκού κόμματος. Πριν φτάσουμε όμως στον αντίπαλο συνδυασμό, ας επιστρέψουμε στην περίπτωση του Μάρκου Μηλαϊτη.

Υπό του οίστρου της δημαρχομανίας

Διαβάζουμε στο κείμενο όσα αναφέρονται στο πρόσωπό του. Για την πρώτη υποψηφιότητα στις εκλογές του 1971: «Τότε το πρώτον ο Μάρκος Μηλαϊτης εκ των ιατρών της Ερμουπόλεως, καταληφθείς υπό του οίστρου της δημαρχομανίας, υπεστήριξεν εαυτόν ως δήμαρχον.» Για τη δεύτερη υποψηφιότητα του 1974, που έχει και περισσότερο ενδιαφέρον: «Εξ ετέρου ο Μάρκος Μηλαϊτης δημοτικός και ούτος ιατρός σπουδαίος προειλήφετο εις τον εκλογικόν αγώνα. Ο κ. Μηλαϊτης ουδέποτε εσκέφθη, αν δύναται να φέρη επί των ώμων του τοιούτον δεινόν φορτίον. Οι έγκριτοι πολίται χλευαστικώς περί αυτού ωμιλούν, αλλ' ούτος, κατανοήσας κάλλιον παντός άλλου τα άγοντα προς την επιτυχίαν μέσα, ειργάζετο κατά τον εξής αστείον τρόπον. Επί τέσσερα έτη συνηγελάζετο μετά των εκλογέων της κάτω τάξεως, συμπεριπατών και συνευθυμών μετ' αυτών, ουδέν άλλον εκζητών ή την ψήφον εκάστου εν καιρώ δημοτικής εκλογής. Ων δημοτικός ιατρός και πληρονόμενος υπό του δήμου, όπως δωρεάν τους ενδεείς ασθενείς επισκέπτηται, εξετέλει το καθήκον τούτο μεθ' υπερμέτρου προθυμίας και δραστηριότητος. Αποκρύπτων όμως, οτ' ήτο υποχρεωμένος να χορηγή άνευ αμοιβής την ιατρικής συνδρομήν του, καθό υπό του δήμου πληρονόμενος, έλεγεν, ότι δεν θέλει αμοιβήν, διότι είναι προωρισμένος να βοηθή τους πρωχούς, εξέδιδε δε απειρίαν συνταγών υπέρ των εκλογέων, οίτινες ούτως επρομηθεύοντο υπό του δημοτικού νοσοκομείου× αλλ' ο κ. Μηλαϊτης κατεδείκνυεν ότι τα φάρμακα προσφέρει ουχί ο δήμος, αλλ' αυτός ως απεσταλμένος να βοηθή τους πτωχούς!
Εκτός τούτων έλεγεν εις στους εκλογείς, ότι ο Βαφιαδάκης είναι πολύ πλούσιος και δεν φροντίζει δια τους πτωχούς, ενώ αυτός ανήκει εις τας τάξεις του, ότι εκλεγόμενος δήμαρχος, θέλει προσδιορίσει την τιμήν του άρτου εις λεπτά είκοσιν, ότι θέλει κατασκευάσει φούρνους εκλεκτούς, όπως ο άρτος ψήνεται καλώς× δεν έλειπε δε να υπόσχηται εις όλους δημοτικά αξιώματα και το αφορολόγητον των ένδεων».
Καταρχήν, έχει ενδιαφέρον ο τρόπος που παρουσιάζεται το ενδιαφέρον του γιατρού για τις εκλογές. Πρόκειται για δημαρχομανία. Για τον συγγραφέα ο μόνος που δεν είναι κατειλημμένος από τη λαγνεία του δημαρχικού θώκου είναι ο Βαφιαδάκης, ο οποίος είναι πανθομολογουμένως άξιος και κατάλληλος για αυτήν την θέση. Η κριτική αυτή, πέρα από τη εμφανή διάθεση να υποτιμήσει με «γκρίζα διαφήμιση», θα λέγαμε σήμερα, τον αντίπαλο, έχει μια βάση η οποία επιτρέπει στον συγγραφέα να θεωρεί ότι το αναγνωστικό κοινό του θα αναγνωρίσει ως έγκυρη τη διαπίστωσή του για τον Μηλαϊτη. Πιθανόν, λοιπόν, ο Μηλαϊτης να έχει παραβιάσει πράγματι κάποια ήθη της πολιτικής συμπεριφοράς της εποχής, που νομιμοποιεί στις συνειδήσεις των πολιτών την δημόσια μομφή. Τόσο ο Βαφιαδάκης όσο και ο Παρασκευάς δεν αυτοπροτάθηκαν, αλλά τους έγινε η πρόταση από άλλους. Η πρόταση αυτή είχε το χαρακτηριστικό της τιμής και της αναγνώρισης της αξίας τους από κάποιους συμπολίτες, αλλά στην ουσία υποδεικνύει την οργανωμένη δράση των κομματικών μηχανισμών. Αντίθετα, ο Μηλαϊτης όχι μόνο δεν κατείχε κάποια είδους τέτοια αναγνώριση, αλλά οι «έγκριτοι πολίτες», δηλαδή προφανώς οι «πλούσιοι», όχι μόνο τον υποτιμούσαν, αλλά και τον χλεύαζαν. Ο Μηλαϊτης, λοιπόν, με βάση τα σημερινά δεδομένα είχε το χαρακτηριστικό του «ανεξάρτητου», καθώς εμφανώς δε συνδεόταν, τουλάχιστον αρχικά, με κάποιο κομματικό μηχανισμό. Εάν λάβουμε υπόψη μας ότι τα κόμματα συνιστούσαν στην πράξη συνασπισμούς συμφερόντων των ανταγωνιζόμενων ενδοαστικών ομάδων, η έννοια της ανεξαρτησίας του Μηλαϊτη αποκτά ένα διαφορετικό περιεχόμενο. Αν όμως δεν εκπροσωπούσε τα συμφέροντα των κυρίαρχων τάξεων, τότε εκπροσωπούσε των κατώτερων; Υπήρχε δηλαδή στην Ερμούπολη του 1870 ένα διακριτό σοσιαλιστικό αριστερό πρόγραμμα εργατικής πολιτικής; Και στην περίπτωση που ο Μηλαϊτης δεν ήταν ένας μοναχικός πολιτικός, μπορούμε να μιλάμε για ένα τρίτο ταξικό κόμμα;

 Χαρακτηριστικά ενός ταξικού λόγου
Το πολιτικό του πρόγραμμα όπως παρουσιάζεται από τον αντίπαλό του, και δεν έχουμε κανένα λόγο να αμφισβητήσουμε την ειλικρίνειά του, έχει τα χαρακτηριστικά ενός ταξικού λόγου και η συμπεριφορά του δείχνει πρακτικές σοσιαλδημοκρατικές. Για το Μηλαϊτη ο Βαφιαδάκης είναι πλούσιος και για αυτό εμμέσως πλην σαφώς αποτελεί την αιτία της μη φροντίδας των φτωχών. Ο ίδιος οποίος προέρχεται από τις χαμηλές τάξεις είναι ο πραγματικός εκφραστής των συμφερόντων τους. Μπορούμε να φανταστούμε έξω από τα λόγια του κειμένου τον ίδιο τον Μηλαϊτη να καταγγέλλει στις αγορεύσεις του την πολιτική του Βαφιαδάκη. Συγκεκριμένα, μιλούσε για προσδιορισμό της τιμής του άρτου στις 20 δραχμές, στη δημιουργία εκλεκτών φούρνων, πιθανόν δημοτικών, την κατάργηση των φόρων για τους ενδεείς (με τη σημερινή πολιτική ορολογία τους μη έχοντες). Ο συγγραφέας, όμως, αναφέρει και ένα άλλο στοιχείο του προγράμματός του το οποίο μοιάζει από τη φαινομενική υπερβολή να μην προέρχεται από τα λόγια του Μηλαϊτη, αλλά να είναι προϊόν γκρίζας κριτικής: «υπόσχηται εις όλους δημοτικά αξιώματα». Πράγματι, είναι παράξενο και υπερβολικό να υπόσχεται σε όλους δημοτικά αξιώματα και οι προηγούμενες θέσεις του δείχνουν ότι διέπονται από μια ορθολογική συνοχή στην αποτίμηση της πραγματικότητας. Είναι σαφές ότι δεν μπορούν όλοι να καταλάβουν δημοτικά αξιώματα. Επίσης, ο τρόπος με τον οποίο μεταφέρει ο αρθρογράφος τα λόγια του Μηλαϊτη, που φαίνονται λογικά, δεν μας επιτρέπει να τον κατηγορήσουμε ότι ψεύδεται. Θα μπορούσαμε όμως να υποθέσουμε ότι δεν κατάλαβε τι ακριβώς εννοούσε ο Μηλαϊτης. Ότι στην πραγματικότητα πιθανόν να μην έλεγε να καταλάβουν όλοι δημοτικά αξιώματα, με την έννοια να γίνουν όλοι δημοτικοί άρχοντες, αλλά ότι ο δήμος να εξουσιάζεται από όλους. Εάν το τελευταίο ισχύει πραγματικά τότε πρόκειται για ένα ολοκληρωμένο σοσιαλδημοκρατικό πρόγραμμα 48 χρόνια πριν την ίδρυση του ΣΕΚΕ, σε μια πολύ πρώιμη εποχή για την Ελλάδα.
Αν και όλα δείχνουν πως πρόκειται για προγραμματικές θέσεις σοσιαλδημοκρατικές πλήρως αντίθετες με εκείνες του φιλελευθερισμού που εξέφραζε το κόμμα του Βαφιαδάκη, θέσεις που υπεράσπιζαν την παρέμβαση του κράτους υπέρ των πτωχών και εναντίον των πλουσίων, που πιθανόν να ξεπερνούσαν τη λογική της προοδευτικής διαχείρισης των πραγμάτων και να έφταναν στο σημείο να μιλούν για ένα διαφορετικό πιο δημοκρατικό και πιο κοινωνικό πολιτικό σύστημα διακυβέρνησης του τόπου. Επομένως παραμένει ανοικτό το ερώτημα διότι δεν έχουμε δυστυχώς τα στοιχεία εκείνα που θα μας επέτρεπαν να διαπιστώσουμε την ύπαρξη ενός τρίτου κόμματος, όσο και αν υπάρχουν σαφείς ενδείξεις, όπως το γεγονός ότι ο Μηλαϊτης λειτουργούσε αντιπολιτευτικά καθόλη τη διάρκεια της τετραετίας, και ούτε βέβαια να παρακολουθήσουμε τη δράση και την πορεία του πέρα από τη συγκεκριμένη φάση.
Για τη μορφή του Μηλαϊτη

Τέλος, ενδιαφέρον έχει και ο τρόπος με τον οποίο ο συγγραφέας βλέπει την πολιτική δράση του Μηλαϊτη. Ο χαρακτηρισμός «ειργάζετο κατά τον εξής αστείον τρόπον» προκύπτει από μια ιδιομορφία σε σχέση με τον τρόπο δράσης των αστών πολιτικών και αποδεικνύει τη δυσκολία του συγγραφέα να κατανοήσει τι ακριβώς ήταν ο Μηλαϊτης. Αντιλαμβάνεται ως μειωτικό για τον γιατρό το γεγονός ότι συναγελάζεται με τις κατώτερες τάξεις. Ο υποψήφιος δήμαρχος της άλλης μεγάλης παράταξης ήταν εξίσου δημοτικός γιατρός. Επομένως, η θέση του δημοτικού γιατρού θα πρέπει να ήταν μια θέση με κύρος όχι μόνο ανάμεσα στις κατώτερες τάξεις, αλλά ανάμεσα και στις ανώτερες, όπως βέβαια πάντα ήταν το επάγγελμα του γιατρού στην ελληνική κοινωνία. Επίσης, τον κατηγορεί ότι κοροϊδεύει τους φτωχούς πολίτες καθώς υποστηρίζει πως με δική του πρωτοβουλία βοηθάει τους φτωχούς και όχι όπως οφείλει ως δημοτικός γιατρός. Στην πραγματικότητα βέβαια με βάση τα λόγια του ίδιου του συγγραφέα ο Μηλαϊτης δεν έλεγε κάτι διαφορετικό από αυτό που είναι, ότι «δεν θέλει αμοιβήν, διότι είναι προορισμένος να βοηθή τους πτωχούς». Πράγματι δε χρειαζόταν οι φτωχοί να τον πληρώνουν διότι αυτή ήταν η δουλειά του. Επίσης, κάποιος που γνωρίζει στο ελάχιστο τις συνήθειες της εποχής εκείνης, αλλά και γενικότερα τις σχέσεις στην Ελλάδα δημοσίων γιατρών και ασθενών υποψιάζεται τη συνήθεια οι γιατροί να δέχονται από τους ασθενείς δώρα. Πιθανόν ο Μηλαϊτης απλώς να ήταν περισσότερο τίμιος σε σχέση με τους άλλους δημοτικούς γιατρούς. Η εικόνα που αναδεικνύεται από το κείμενο για τη μορφή του Μηλαϊτη είναι εκείνη του «λαϊκιστή», δηλαδή του πολιτικού που υπόσχεται στο λαό για να του κερδίσει την ψήφο του (Επί τέσσερα έτη συνηγελάζετο μετά των εκλογέων της κάτω τάξεως, συμπεριπατών και συνευθυμών μετ' αυτών, ουδέν άλλον εκζητών ή την ψήφον εκάστου εν καιρώ δημοτικής εκλογής).
Ως προς το άλλο κόμμα, τη μερίδα του Παρασκευά η εμμονή στο ζήτημα του άρτου, ως πολιτική παρέμβασης του κράτους στην οικονομία είναι ένα ενδεικτικό στοιχείο μιας πολιτικής που ταιριάζει στο πρότυπο της λαϊκής δεξιάς σε σύγκρουση με την εκσυγχρονιστική φιλελεύθερη πολιτική αντίληψη. Ο κρατισμός της πολιτικής αυτής μερίδας όμως δε φαίνεται να εξαντλείται μόνο σε επιμέρους διαχειριστικά θέματα όπως είναι το ζήτημα του ψωμιού. Αντίθετα μέσα από το λόγο μιας εφημερίδας που υποστηρίζει το κόμμα αυτό, της εφημ. Ερμούπολις μπορεί κανείς να διακρίνει μια συνολική άποψη για το ρόλο του κράτους και τη σχέση δήμου και κράτους. Όταν στο φύλλο της 30ης Δεκεμβρίου η εφημερίδα εντείνει την επίθεση στον νύν δήμαρχο τον κατηγορεί για σπατάλες μεταξύ άλλων συγκροτεί και την εξής άποψη: «Είναι εξευτελισμός δια τον δήμον Ερμουπόλεως να λέγη ο δήμαρχος αυτής, διακιολογών την κακήν οικονομικήν κατάστασιν του δήμου, ότι η κυβέρνησηις φορολογεί τον δήμον δια δημόσια έργα και κτίρια, δια τα οποία το δημόσιον και ουχί το δημοτικόν ταμείον πρέπει να συνεισφέρη. Όταν οι υπουργοί ευρίσκωσιν υποτελείς δημάρχους οίτινες εκλιπαρούσι αυτούς δι' ιδιωτικάς απαιτήσεις, όταν βλέπωσι δημάρχους αγνοούντας την αποστολήν των και θυσιάζοντας τα δημοτικά συμφέροντα χάριν ιδίων απέναντι της κυβερνήσεως, δεν είναι παράδοξον ν' απαιτώσιν οι υπουργοί δημοτικά χρήματα δι' αποθήκας τελωνείων, αφού ευρίσκονται δημοτικοί άρχοντες ψηφίζοντες ταύτα. Δια το κεφάλαιον τούτο των απαιτήσεων της κυβερνήσεως από τον δήμον παραπέμπομεν τον δήμαρχον Ερμουπόλεως κ. Βαφιαδάκην εις Μύκονον, όπως λάβη παράδειγμα αξιομίμητον από τον αξιότιμον δήμαρχον αυτής, όστις λαμβάνει από της κυβερνήσεως πάντοτε και δεν δίδει, γνωρίζων κάλλιστα, είπερ τις και άλλος δήμαρχος, να εξυπηρετή τον δήμον και τα συμφέροντα αυτού και να εκμεταλλεύηται τας αδυναμίας υπουργών και κυβερνήσεων.» Η θέση της εφημερίδας είναι σαφής. Το κράτος πρέπει να πληρώνει και όχι ο δήμος. Ο καλός δήμαρχος ζητάει από το κράτος και ποτέ δε δίνει σε αυτό και κρίνεται κατά πόσο πετυχαίνει να πάρει τα μέγιστα δίνοντας τα ελάχιστα. Δεν πρέπει ο δήμος να λειτουργεί ως ένα τοπικό κράτος, αλλά είτε ως διεκπεραιωτής – μεσολαβητής του κράτους λειτουργώντας με τη μορφή του εφραστή των συμφερόντων των πολιτών απέναντι σε αυτό, είτε ως αγωνιστικός δήμος διεκδικητής – υποστηρικτής των λαϊκών συμφερόντων. Αυτή η αντίληψη της εφημερίδας συνέχεται άρρηκτα και αποτελεί το επόμενο στάδιο μιας σκέψης που καταδικάζει και απορρίπτει τους δημοτικούς φόρους και συνολικά τους έμμεσους φόρους. Έτσι, στο φύλλο της 22 Δεκεμβρίου 1873 ασκεί δριμύτατη κριτική στην απόφαση της κυβέρνησης να επιβάλλει νέο φόρο οδοποιίας. Κατά τους επόμενους μήνες η εφημ. Ερμούπολις θα πρωτοστατήσει στο αίτημα του εμπορικού συλλόγου «Ερμής» να καταργηθούν οι δασμοί στο λιμάνι της Ερμούπολης ούτως ώστε να αντιμετωπιστεί η μεγάλη κρίση που μαστίζει τον εμπορικό κόσμο.

 Το κόμμα του Βαφιαδάκη
Δεν είναι όμως μόνο το πολιτικό πρόγραμμα που θυμίζει τη σύγκρουση Λαϊκού και κόμματος Φιλελευθέρων, αλλά και οι κοινωνικές ομάδες της άρχουσας τάξης που εκπροσωπεί το κάθε κόμμα. Το ένα είναι το κόμμα της παλαιάς αριστοκρατίας, των μεγαλεμπόρων που έστησαν την πόλη και για χρόνια ηγεμόνευαν πολιτικά και κυριαρχούσαν ταξικά και το δεύτερο είναι το κόμμα της νέας αστικής τάξης που συγκροτήθηκε με την ανάπτυξη της βιομηχανίας. Το κόμμα του Βαφιαδάκη είναι ο εκφραστής της πολιτικής των αστικών στρωμάτων που ανελίχθηκαν κοινωνικά με την εμφάνιση της νέας οικονομίας, βιοτέχνες που μετεξελίχθηκαν σε βιομηχάνους μικροέμποροι που εξελίχθηκαν σε μεγαλέμπορους, αλλά συνδέονταν περισσότερο με την τοπική βιομηχανία, παρά με το παραδοσιακό συριανό μεγαλεμπόριο. Δεν υποστηρίζουμε δηλαδή ότι όλοι οι βιομήχανοι ήταν με τον Βαφιαδάκη και όλοι οι μεγαλέμποροι με τους Χιώτες. Στις οικονομικοπολιτικές σχέσεις τα πλέγματα συμφερόντων οικοδομούνται όχι με βάση το επάγγελμα, αλλά με βάση τη μορφή οικονομίας. Δηλαδή υποστηρίζουμε ότι το ένα κόμμα εξέφραζε ένα πλέγμα συμφερόντων γύρω από την παραδοσιακή συριανή οικονομία που είχε ως επίκεντρο το εμπόριο μεγάλων αποστάσεων και σε αυτό το πλέγμα εντάσσονταν κάποιοι βιομήχανοι που είχαν πολιτικές οικονομικές σχέσεις με αυτήν την οικονομία. Το άλλο κόμμα υποστήριζε ένα πλέγμα συμφερόντων γύρω από τη βιομηχανική παραγωγή και προφανώς μια μερίδα εμπόρων που συνδέονταν με αυτό.
Η μελέτη του λόγου της εφημ. Ερμούπολις σε συσχετισμό με το φυλλάδιο για τις εκλογές αναδεικνύουν αυτόν τον διαχωρισμό. Την επομένη ημέρα των εκλογών η εφημ. Ερμούπολις κατηγορεί τον Βαφιαδάκη για δωροδοκία και ανήθικη πολιτικά συμπεριφορά. Υπονοεί πως ο δήμαρχος δεν πλούτισε με τίμιο τρόπο και θίγει εμμέσως την καταγωγή του αναφερόμενη στην «νοήμων τάξις», δηλαδή την τάξη των αρχόντων, η οποία αποδοκίμασε τον Βαφιαδάκη. Αντιπαραβάλλει στους εγκληματίες και πτωχούς και χρεωκόπους που αντιπροσωπεύουν τον δήμαρχο με τους
νοήμωνας οι οποίοι είναι αυτοί που καταστράφηκαν εμπορικώς και οι οποίο όμως διατηρούν ακόμα την υπόληψή τους στην Ερμούπολη. Στο σημείο αυτό γίνεται απόλυτα σαφής η αντανάκλαση των συμφερόντων από τη μία οι παρακμάζοντες «αριστοκράτες» μεγαλέμποροι και από την άλλη οι πρωήν ταπεινοί βιοτέχνες και μικρέμποροι και νυν πλούσιοι βιομήχανοι. «[Ο Βαφιαδάκης] καταδιώκει τους ευγενείς, διότι αυτός κατάγεται εκ γένους μικρού! Καταδιώκει τους ικανούς, διότι είναι ανίκανος» Οι ευγενείς και οι ικανοί είναι η παλιά άρχουσα τάξη.

Το παζλ των κοινωνικοοικονομικών μπλοκ

Για παράδειγμα, η μαρτυρία της εφημ. Ερμούπολις πως έδρα του προεκλογικού αγώνα του δημάρχου ήταν εκτός των άλλων και τα γραφεία της «Ελληνικής Ατμοπολοϊας» μπορεί να μας δώσει μια γεύση για την υλική βάση πάνω στην οποία είχαν συγκροτηθεί τα κόμματα. Νομίζω πως με αυτήν την πληροφορία μπορούμε να συμπληρώσουμε το παζλ των κοινωνικοοικονομικών μπλοκ που εξέφραζαν τα δύο κόμματα. Από τη μία ήταν οι παλιοί μεγάλοι έμποροι που δεν μπρούσαν να προσαρμοστούν και να εκσυγχρονιστούν ώστε να γίνουν ανταγωνιστικοί μέσα στις νέες οικονομικές συνθήκες και κατέληξαν στην παρακμή και από την άλλη πέρα από τους βιομηχάνους τα εμπορικά εκείνα συμφέροντα τα οποία είχαν τα κεφάλαια που τους οδήγησαν με επιτυχία στον εκσυγχρονισμό αντικαθιστώντας τα ιστιοπλοϊκά πλοία με τα ατμοπλοϊκά. Επίσης, η περιγραφή των χαρακτηριστικών των υποψηφίων δημοτικών συμβούλων του ψηφοδελτίου του Βαφιαδάκη επιβεβαιώνει τις παραπάνω αναλύσεις μας. Ο Ελπιδοφόρος Λαδόπουλος, «εκ των πρώτων εμπόρων Ερμουπόλεως, ανήρ χρηστός και λίαν ευυπόληπτος». Σταύρος Χρυσός, « ο μεγαλείτερος εργοστασιάρχης». Ζώρζης Νεγρεπόντης, «πλούσιος και ανεξάρτητος τραπεζίτης», Νικ. Πετρόπουλος, «περίβλεπτον θέσιν εν τω εμπορικώ κόσμω δια της φιλοπονίας και του επιχειρηματικού πνεύματός του καταλαβών και εκ Πελοποννήσου καταγόμενος». Εμμανουήλ Σαλούστρος, «γνωστότατος διευθυντής ενός των πρώτων βυρσοδεψικών εργοστασίων». Σ. Λάμπρου, «εκ των ανεξαρτήτων και ευκαταστάτων εμπόρων». Γ. Βουτζινάς και Ζ. Τζερλέντης για τους οποίους δε γνωρίζουμε το επάγγελμα. Ζ. Βούρος, ο οποίος διατελούσε επί χρόνια πρόεδρος του δημοτικού συμβουλίου. Γ. Βέλτζος, «εργοστασιάρχης και σπουδαίος κτηματίας». Γ. Γαλάτης, «νέος πεφωτισμένος υιός του διαπρεπούς δικηγόρου Στεφ. Γαλάτη και γαμβρός επί θυγατρί του Ιω. Ροδοκανάκη», Γεώργιος Γλύκας, «ιδρυτής του πρώτου εν τη πόλει ημών σχοινοποιείου». Κ. Γ. Ποσειδώνας, Πελοποννήσιος, διακεκριμένο μέλος του δικηγορικού συλλόγου Ερμουπόλεως, Δ. Βαλτετζιώτης, Πελοποννήσιος, φαρμακοποιός. Ι. Κελμπέρης, Πελοποννήσιος.
Οι πάρεδροι ήταν Εμμ. Ζερβουδάκης, «εκ των πλουσιωτέρων και χρηστοτέρων εμπόρων, Γεώργιος Ζωγραφάκης, «γνωστού εμπόρου», Αντώνιος Μαρινάκης «διατηρούντα εν των μεγαλειτέρων βυρσοδεψικών καταστημάτων, Ιωάννην Αγκάν, «αρχαίον Ερμουπολίτη και κτηματίαν», Παπαλεξόπουλος Θ., Πελοποννήσιος. Ένα πολύ μεγάλο κομμάτι των υποψηφίων είναι βιομήχανοι, ένα άλλο έμποροι και ένα μικρότερο δικηγόροι. Η περίπτωση Σαλούστρου είναι η ενδεικτικότερη ενός προσώπου που ανελίχθηκε κοινωνικά από τη θέση του μεσοαστού βιοτέχνη στη θέση του μεγαλοαστού βιομηχάνου.
Το γεγονός ότι οι Χιώτες στην πρώτη εκλογή του 1870 είχαν υποστηρίξει τον Βαφιαδάκη θα πρέπει πέρα από το να αποτελέσει αντικείμενο ειδικής μελέτης που εάν την κάναμε εμείς τότε η εργασία μας, που ήδη έχει διογκωθεί απελπιστικά, θα ξεπερνούσε κατά πολύ τα όρια μιας σεμιναριακής εργασίας. Μια πρώτη ερμηνεία θα βασιζόταν πάνω σε διαφοροποιήσεις καταγωγής. Όλοι οι Ερμουπολίτες συμμάχησαν στο πρόσωπο του Βαφιαδάκη εναντίον των Πελοποννησίων. Μία δεύτερη ανάγνωση θα έβλεπε ότι η αρχική συμμαχία αποτελούσε την αρχή μιας πορείας. Η Αγριαντώνη υποστηρίζει πως η βιομηχανία στην Ερμούπολη δεν αναπτύχθηκε μόνο μέσα από την εξέλιξη των υπαρχουσών βιοτεχνιών και τη μετατροπή των μεσαίων βιοτεχνών σε βιομηχάνων αστών, αλλά και τη μεταπήδηση κεφαλαιϊκών αποθεμάτων αδιάθετων εξαιτίας της κρίσης από το εμπόριο μεγάλων αποστάσεων στη βιομηχανία. Η συμμαχία του 1870 ίσως να δείχνει μία αρχική σύγχιση των συμφερόντων μέσα από μια προσωρινή ενοποίηση. Γρήγορα όμως είδαμε ότι το αρχικό αυτό μπλοκ διασπάστηκε σε δύο με βάση τα γνωστά χαρακτηριστικά. Αλλά ένα κομμάτι και μάλιστα το πιο δυναμικό των μεγαλεμπόρων (οι επίγονοι και οι απόγονοι του αρχηγού της χιακής μερίδας) παρέμειναν στην πλευρά του Βαφιαδάκη. Το γεγονός αυτό δείχνει ότι η μεταβίβαση της ηγεμονίας στο νέο μπλοκ εξουσίας έγινε καταρχήν με διάσπαση του μέχρι τότε ηγεμονεύοντος συνασπισμού εξουσίας κατά τη διάρκεια της τετραετίας και στη συνέχεια επιβεβαιώθηκε μέσα από εκλογικές διαδικασίες. Ο ίδιος ο Αμπελάς, πρώτος ιστορικός της Ερμούπολης ο οποίος ολοκλήρωσε το σύγγραμμά του ακριβώς τη χρονιά της δεύτερης εκλογής του Βαφιαδάκη, γράφει: «Η εκλογή του τελευταίου τούτου Δημάρχου δις μάλιστα εκλεχθέντος τοιούτου, δεν είνε άσχετος προς την από τινών χρόνων τροπήν της πόλεως ιδίως επί την βιομηχανίαν, μεθ' ης ούτος συνέδεσε τα σπουδαία αυτού συμφέροντα.»
Έχουμε, λοιπόν, στην Ερμούπολη του 1870 ένα κόμμα που μοιάζει με το μετέπειτα κόμμα των Φιλελευθέρων, ένα κόμμα που μοιάζει με το μετέπειτα Λαϊκό και ένα κόμμα που μοιάζει με ένα πρώιμο ΣΕΚΕ. Μάλιστα, η συμπόρευση του σοσιαλδημοκράτη Μηλαϊτη με το κόμμα των Χιωτών θυμίζει την εκλογική σύμπραξη του ΣΕΚΕ στα 1920 με την Ενωμένη Αντιπολίτευση του Γούναρη στα 1920. Οι δύο αυτές αντιλήψεις εφόσον εκφράζουν, η σοσιαλδημοκρατική ανοιχτά και η λαϊκή δεξιά έμμεσα, μορφές της εργατικής πολιτικής που συγκρούονται εμφανώς με το εκσυγχρονιστικό αστικό πρόγραμμα μπορούν να συμμαχούν. Η εφημ. Ερμούπολις υποστήριζε τον Μηλαϊτη ακόμη και πριν την τελική συμμαχία με τον Παρασκευά γράφοντας λίαν επαινετικά λόγια.: «Ο τρίτος υποψήφιος δήμαρχος κ. Μ. Μηλαϊτης, ιατρός, είναι ανήρ επίσης ενεργητικός και φίλος της προόδου και εμπνέεται υπό ευγενών αισθημάτων, αλλά είναι νέος έτι και πώποτε δεν εχρημάτισεν ως δημοτικός σύμβουλος ή πάρεδρος. ... όσας [ψήφους] λάβη, θα ήναι μια μεγάλη και πάνδημως διαμαρτύρησις των Ερμουπολιτών κατά του τέως δημάρχου κ. Βαφιαδάκη...». Η ανάδειξη του ζητήματος του άρτου ίσως να συνδέεται με αυτήν τη συμμαχία. Συμπορεύσεις «αριστεράς και δεξιάς» είναι δυνατή πριν την εποχή κατά την οποία τα πολιτικά σχήματα στην Ελλάδα αποκρυσταλλώσουν ιδεολογικά τις διαφορές τους και ενταχθούν στο πλαίσιο, αριστερά δεξιά.
Ο Βαφιαδάκης έλαβε 1881 ψήφους και ο Δ. Παρασκευάς 1233. Η ήττα των αντιπάλων του Βαφιαδάκη ήταν συντριπτική, καθώς το ψηφοδέλτιό τους έβγαλε μόνο 5 συμβούλους συν ένας ο Παρασκευάς, ενώ το ψηφοδέλτιο του Βαφιαδάκη 15 συμβούλους συν τον δήμαρχο. Εάν λάβουμε υπόψη μας το γεγονός ότι απέναντι στον Βαφιαδάκη αντιπαρατέθηκαν δύο πολιτικά προγράμματα και δύο μηχανισμοί τότε πραγματικά η νίκη του Βαφιαδάκη ήταν πολύ μεγάλη και αποτέλεσε τομή στην πολιτική κοινωνία της Ερμούπολης. Την επομένη των εκλογών, 5 Ιανουαρίου κυκλοφόρησε το άρθρο της εφημ. Ερμούπολις που παραθέτουμε στην υποσ. 45. Το άρθρο αυτό φαίνεται από αναφορά της ίδιας εφημερίδας στο επόμενο φύλλο της πως προκάλεσε μεγάλη αντίδραση από τη μερίδα του Βαφιαδάκη, αλλά και προσωπικά στον ίδιο οι οποίοι στη λέσχη «Ελλάδα» «εκρότουν και εβρόντουν και εκτός αυτής πυρ και φλόγας εκβάλλοντες από του στόματος». Πάντως, η εφημερίδα προσπαθεί να μειώσει το γεγονός υποστηρίζοντας ότι γράφτηκε «εν εκλογική εξάψει και απροσεξία» και παραδεχόμενη το λάθος της. Επίσης, εκτιμά πως τα λόγια της παραμορφώθηκαν και διεστραβλώθηκαν και λυπάται για τον πάταγο που προκάλεσαν υποσχόμενη στο εξής να είναι πιο προσεκτική. Παρ' όλ' αυτά στο πρωτοσέλλιδο του ίδιου φύλλου η εφημερίδα συνεχίζει να κατηγορεί το δήμαρχο για εξαγορά ψηφοφόρων. Το ίδιο και στο επόμενο. Από τις μετεκλογικές αυτές πολιτικές εκρήξεις μπορούμε να κατανοήσουμε και την αναγκαιότητα που προκάλεσε τη δημοσίευση του γνωστού φυλλαδίου Η Δημοτική Εκλογή του Δήμου Ερμουπόλως του 1874, που κυκλοφόρησε στις 16 Ιανουαρίου.
πηγή(απόσπασμα):  http://raskolnikovgr.blogspot.gr/search/label/%CE%95%CF%81%CE%BC%CE%BF%CF%8D%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%B7

Ενάλιοι αρχαιολογικοί χώροι και ιστορικά τοπία σε κίνδυνο




της Δέσποινας Κουτσούμπα
ενάλιας αρχαιολόγου και μέλους του ΔΣ του Συλλόγου Ελλήνων Αρχαιολόγων


Στις ελληνικές ακτές, τις λίμνες και τα ποτάμια, όπως και στο βυθό, εκτείνονται χιλιάδες μικροί ή μεγάλοι ενάλιοι αρχαιολογικοί χώροι: ναυάγια αρχαίων ή νεότερων πλοίων, βυθισμένοι οικισμοί, αρχαίες λιμενικές εγκαταστάσεις.
-120 κηρυγμένοι ενάλιοι αρχαιολογικοί χώροι
Για παράδειγμα., ο βυθισμένος προϊστορικός οικισμός στο Παυλοπέτρι στην Ελαφόνησο Λακωνίας, ο βυθισμένος προϊστορικός οικισμός στο Σαλάντι Αργολίδας, αλλά και οι αρχαίες λιμενικές εγκαταστάσεις στη θέση των σημερινών λιμανιών, όπως στη Θάσο, τη Μυτιλήνη, την Αίγινα.
-Εκατοντάδες χερσαίοι αρχαιολογικοί χώροι στην ακτογραμμή
Για παράδειγμα, ο αρχαϊκός Ναός του Απόλλωνα Ζωστήρα, στον Λαιμό Βουλιαγμένης, η αρχαία πόλη της Ιτάνου, μια από τις σημαντικότερες πόλης της Κρήτης στα ελληνιστικά και ρωμαϊκά χρόνια, στην Ερημούπολη Λασιθίου.
-Σημαντικά ιστορικά τοπία
Η περιοχή της ναυμαχίας του Ακτίου, ο όρμος Ναυαρίνου όπου έλαβε χώρα η σημαντική για την ιστορία του νεότερου ελληνικού κράτους ναυμαχία του Ναβαρίνου και πολλές άλλες περιοχές αποτελούν ιστορικής αξίας τοπία.
-Νησιά που αποτελούν εξ ολοκλήρου κηρυγμένους αρχαιολογικούς χώρους
Η νησίδα Αλιμνιά, δίπλα στη Χάλκη Δωδεκανήσων, το Γαϊδουρονήσι Κρήτης, η Ελαφόνησος Λακωνίας, πέρα από την περιβαλλοντική τους σημασία, αποτελούν εξ ολοκλήρου κηρυγμένους αρχαιολογικούς χώρους. Το ίδιο συμβαίνει και με σημαντικά οικοσυστήματα, όπως το Εθνικό Πάρκο Σχινιά ή το Εθνικό Πάρκο Βορείων Σποράδων, που προστατεύονται και από τις διατάξεις της αρχαιολογικής νομοθεσίας.

Όλοι οι παραπάνω χώροι απειλούνται από το σχέδιο νόμου για τον αιγιαλό που προγραμματίζει να εισάγει στη Βουλή η ελληνική κυβέρνηση. Όλοι οι παραπάνω χώροι απειλούνται εξίσου από την  παραχώρηση εκτάσεων, μαρίνων, λιμανιών και παραλιών στο χαρτοφυλάκιο του ΤΑΙΠΕΔ, η αποστολή του οποίου είναι η εκποίηση ή ενοικίαση για την εξυπηρέτηση του λεγόμενου «δημόσιου χρέος». Ήδη 150 παραλίες της χώρας, που περιλαμβάνουν ευαίσθητα οικοσυστήματα και αρχαιολογικούς χώρους, καθώς και τα περισσότερα λιμάνια και μαρίνες της χώρας έχουν περάσει στο ΤΑΙΠΕΔ.
Οι αρχαιολογικοί χώροι, οι ιστορικοί τόποι και οι ενάλιες αρχαιότητες ανήκουν σε όλους τους πολίτες. Αυτό προβλέπει και το Σύνταγμα της χώρας. Αποτελούν μέρος του παρελθόντος και του παρόντος μας. Προσπαθούμε να τους προστατεύσουμε και να τους έχουμε προσιτούς σε όλους τους πολίτες, προστατεύοντας ταυτόχρονα και το φυσικό περιβάλλον τους. Η τσιμεντοποίηση του αιγιαλού, ο αποκλεισμός της πρόσβασης των πολιτών για λόγους επιχειρηματικούς ή τουριστικούς, θα σημάνουν την υποβάθμιση των ενάλιων αρχαιολογικών χώρων και, σε πολλές περιπτώσεις, την ιδιωτικοποίηση της πρόσβασης σε αυτούς. Έτσι, το συγκριτικό πλεονέκτημα της χώρας μετατρέπεται σε πεδίο κερδοφορίας για λίγους. Είναι χρέος όλων μας να τους αποτρέψουμε.

Το Νομοσχέδιο για τον Αιγιαλό




Μαρία Καραμανώφ
Πρόεδρος του Επιμελητηρίου Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητος, Σύμβουλος Επικρατείας

Εκ μέρους του Δικτύου ΑΚΤΕΣ ΩΡΑ ΜΗΔΕΝ θα ήθελα να μοιραστούμε μαζί σας τις βαθύτατες ανησυχίες μας σχετικά με την τύχη του πολυτιμότερου φυσικού, πολιτιστικού, αισθητικού και κοινωνικού πόρου της χώρας μας, των ελληνικών ακτών και αιγιαλών. 
Αν δεν κάνουμε κάτι γι αυτές, και μάλιστα αμέσως, η τύχη τους θα σφραγιστεί ανεπανόρθωτα και θα καταδικαστούν σε καταστροφή σε βάρος της παρούσας και των επομένων γενεών.
Η Κυβέρνηση έχει προτείνει προς ψήφιση ένα νομοσχέδιο, για τις συνέπειες του οποίου θέλουμε να σας ενημερώσουμε και παράλληλα να σας εξηγήσουμε γιατί το νομοσχέδιο αυτό προκάλεσε ομόφωνες σφοδρές αντιδράσεις σε πανελλήνιο επίπεδο.
Με λίγα λόγια, όπως γνωρίζετε ήδη, η Ελληνική Κυβέρνηση έχει επιδοθεί σε μια προσπάθεια εξεύρεσης των αναγκαίων πόρων για να αντιμετωπίσει τις επιπτώσεις του Μνημονίου και την πληρωμή του δημόσιου χρέους. Μεταξύ άλλων μέτρων, επέλεξε να αποξενωθεί από σημαντικό τμήμα της δημόσιας κτήσης της χώρας, με πωλήσεις, πολυετείς παραχωρήσεις, εκμισθώσεις κ.λπ., αδιαφορώντας για την ιδιαίτερη φύση και τα ειδικά χαρακτηριστικά κάθε συγκεκριμένου δημοσίου ακινήτου, καθώς και του δημόσιου σκοπού στον οποί είναι αφιερωμένο και προορισμένο να εξυπηρετεί.  Μεταχειρίζεται όλα συλλήβδην τα δημόσια ακίνητα ως ιδιωτική του περιουσία προς πώληση και οικονομική εκμετάλλευση. Με σκοπό, μάλιστα, να τα καταστήσει περισσότερο ελκυστικά στους επίδοξους επενδυτές, έχει υιοθετήσει μια σειρά νομοθετικών μέτρων τα οποία αίρουν ως προς τα ακίνητα αυτά χωροταξικούς, πολεοδομικούς και περιβαλλοντικούς περιορισμούς που προβλέπονται από την ισχύουσα νομοθεσία. 
Μέσα στα πλαίσια αυτά, το πρώτο βήμα ήταν η ίδρυση μιας ανώνυμης εταιρείας, το Ταμείο Αξιοποίησης της Ιδιωτικής Περιουσίας του Δημοσίου (ΤΑΙΠΕΔ), στο οποίο μεταβιβάζεται σταδιακά η κυριότητα των δημοσίων ακινήτων. Ως ιδιοκτήτης των ακινήτων αυτών το ΤΑΙΠΕΔ, έχει πλέον, σύμφωνα με τον ιδρυτικό του νόμο, ως σκοπό να τα εκμεταλλευτεί, κυρίως με πωλήσεις και παραχωρήσεις, προκειμένου να επιτύχει το μέγιστο δυνατό τίμημα, το οποίο θα χρησιμοποιηθεί αποκλειστικά για την πληρωμή του δημόσιου χρέους.
Το δεύτερο βήμα, επίσης νομοθετικό, είναι ότι κάθε ακίνητο προικοδοτείται με δικό του, ειδικό χωροταξικό και πολεοδομικό καθεστώς, σχεδιασμένο κατά παρέκκλιση από την ισχύουσα χωροταξική και πολεοδομική νομοθεσία, με σκοπό την καλύτερη εξυπηρέτηση των επιχειρηματικών στόχων του κάθε επενδυτή. Παράλληλα, απλοποιούνται, μέχρις ουσιαστικής εξουδετέρωσης, οι διαδικασίες περιβαλλοντικής αδειοδότησης της επένδυσης.
Μέσα στα πλαίσια αυτά, εντάσσεται και το επίμαχο νομοσχέδιο για τον αιγιαλό.  Δεδομένου ότι τα περισσότερα από τα ακίνητα, για το οποία υπάρχει επενδυτικό ενδιαφέρον, είναι παραθαλάσσια, το νομοσχέδιο παραχωρεί τμήματα του αιγιαλού και της παραλίας, καθώς και θαλάσσιους και λιμναίους χώρους, νησίδες, υφάλους σκοπέλους κ.λπ., στους επιχειρηματίες επενδυτές και επιτρέπει σε αυτούς χρήσεις γης και κατασκευές οι οποίοι παραβιάζουν τις αρχές της βιώσιμης ανάπτυξης, το άρθρο 24 του Συντάγματος, τις Διεθνείς Συμβάσεις για την προστασία του τοπίου, της βιοποικιλότητας και των ακτών, και την πάγια νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας.
Ειδικότερα:
·          Επιτρέπει στα μεγάλα οικονομικά συμφέροντα την ανοικοδόμηση ακτών και αιγιαλών για κάθε επιχειρηματική δραστηριότητα.
·          Καταργεί ουσιαστικά την ελεύθερη πρόσβαση των πολιτών στις παραλίες.
·          Καταστρέφει ανεπανόρθωτα το τοπίο, το περιβάλλον και τις αρχαιότητες.
·          Παραχωρεί λίμνες, θάλασσες, νησίδες, υφάλους και σκοπέλους.
·          Επιτρέπει μπαζώματα για την εξυπηρέτηση στρατηγικών τουριστικών επενδύσεων.
·          Νομιμοποιεί αυθαίρετα ξενοδοχεία και επενδύσεις.
·          Μας αφαιρεί κάθε προοπτική για οικονομική ανάκαμψη του λαού και βιώσιμη ανάπτυξη.

Το Δίκτυο ΑΚΤΕΣ ΩΡΑ ΜΗΔΕΝ ιδρύθηκε πέρα και πάνω από πολιτικά κόμματα και πολιτικές ιδεολογίες και προτιμήσεις, με σκοπό να πληροφορήσει, να συντονίσει και να ενώσει τις προσπάθειες όλων εκείνων, πολιτών, επιστημονικών, περιβαλλοντικών και κοινωνικών οργανώσεων, οι οποίοι ασπάζονται τις αρχές της βιώσιμης ανάπτυξης και πιστεύουν ότι οι αρχές αυτές πρέπει να αποτελούν τον οδηγό αλλά και το νομικό όριο για κάθε δημόσια πολιτική και κάθε ιδιωτική δράση. Ένα όριο που δεν επιτρέπεται να παραβιαστεί για κανένα σκοπό, πολύ περισσότερο όταν το διακύβευμα αφορά την απώλεια της πολύτιμης φυσικής και πολιτιστικής μας κληρονομιάς.
Οι ακτές και ο αιγιαλός είναι το εθνικό μας σύμβολο, η πηγή έμπνευσης για την επιστήμη, την τέχνη και τη λογοτεχνία ανά τους αιώνες. Ακόμη και με στυγνή οικονομική λογική, αποτελεί το σημαντικότερο συγκριτικό πλεονέκτημα της χώρας. Είναι ένα δώρο που μας χάρισε η φύση και η καλή μας τύχη, για να το διαφυλάξουμε, να το προστατεύσουμε και να το διατηρούμε ελεύθερο στη διάθεση όλων, Ελλήνων και ξένων, ώστε να το απολαμβάνουν όπως είναι, χωρίς αλλοιώσεις και περιορισμούς. Είναι χρέος μας να το αφήσουμε να επιτελεί το φυσικό του προορισμό: απλά να υπάρχει.

Τρίτη 1 Ιουλίου 2014

ΝΗΣΙΩΤΙΚΗ ΑΝΑΤΡΟΠΗ Αντίδραση για τα Βιομηχανικά Αιολικά Πάρκα (ΒΑΠΕ) σε Νάξο και Πάρο





Η αρχή έγινε τον Δεκέμβρη του 2013 με την έγκριση περιβαλλοντικών όρων από το ΥΠΕΚΑ για εγκατάσταση αιολικών σταθμών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας συνολικής ισχύος 218,5 MW στα νησιά Άνδρος, Τήνος, Πάρος και Νάξος. Έτσι, άνοιξε ο δρόμος για την κατασκευή και λειτουργία υπερμεγεθών βιομηχανικών αιολικών πάρκων, σε αντίθεση με το οικονομικό, περιβαλλοντικό και κοινωνικό όφελος των κατοίκων των Κυκλάδων.
Με την ολομέλεια της Παρασκευής 27/06 του Α’ θερινού τμήματος κυρώθηκε από τη Βουλή η υπαγωγή 2 εξ αυτών των «Επενδυτικών» Σχεδίων στις ενισχύσεις του ν. 3908/2011 με τον εύηχο τίτλο «Ενίσχυση Ιδιωτικών Επενδύσεων για την Οικονομική Ανάπτυξη, την Επιχειρηματικότητα και την Περιφερειακή Συνοχή».
Πρόκειται για ένα αιολικό πάρκο ισχύος 27,6 MW στην Πάρο και ένα αιολικό πάρκο ισχύος 36,8 MW στη Νάξο. Η επένδυση σύμφωνα με τις προδιαγραφές δημιουργεί από μια ολόκληρη θέση εργασίας στο καθένα! Η άμεση επιχορήγηση από τον κρατικό κορβανά ανέρχεται σε 7,5 εκατομμύρια ευρώ έκαστο! Σημειώνεται ότι τα συγκεκριμένα έργα μπορούν επίσης να ενισχυθούν επιπρόσθετα από τα προγράμματα ΕΣΠΑ και του νέου ΣΕΣ και να δανειοδοτηθούν από το ΕΤΕΑΝ, πράγμα για το οποίο είμαστε βέβαιοι… Οι δε φορολογικές απαλλαγές αγγίζουν τα 2.5 εκ.ευρώ. Τα μετοχικά κεφάλαια των διαφορετικών εταιριών ανήκουν στους ίδιους επιχειρηματικούς ομίλους, ομίλους τους οποίους επιδοτεί ο έλληνας φορολογούμενος με πολλαπλούς τρόπους εδώ και πολύ καιρό…
Είναι τα δύο από τα 4 (τα άλλα σε Άνδρο και Τήνος) αιολικά πάρκα για τα οποία το Περιφερειακό Συμβούλιο Νοτίου Αιγαίου στις 9/11/2011 είχε γνωμοδοτήσει αρνητικά, αλλά και είχαν καταψηφιστεί και με αποφάσεις των Δήμων των τεσσάρων νησιών, οι οποίοι και έχουν προσφύγει στο ΣτΕ για την ακύρωση των συγκεκριμένων σχεδιασμών. Στο ΣτΕ έχουν προσφύγει επίσης και πλήθος τοπικών φορέων και συλλογικοτήτων.
Θεωρούμε εξαρχής αδιανόητο συγκεκριμένα οικονομικά συμφέροντα να καθορίζουν και την αναπτυξιακή στρατηγική της χώρας, τις πολιτικές για την περιφερειακή ανάπτυξη και τον ενεργειακό σχεδιασμό. Αντί να υλοποιηθεί ο σχεδιασμός του ενεργειακού χάρτη της Περιφέρειας με τη βοήθεια του ΥΠΕΚΑ και να αξιολογηθεί και προχωρήσει με πρώτο και βασικό κριτήριο τη βιωσιμότητα, επιλέγεται η πλήρως ιδιωτική ολιγοπωλιακή αγορά ενέργειας.
Σε συνδυασμό για την επικείμενη πώληση της μικρής ΔΕΗ, δρομολογείται η ουσιαστική παράδοση της ζωτικής σημασίας παραγωγής ενέργειας με σοβαρές επιπτώσεις για τους καταναλωτές όπως π.χ. την αύξηση κόστους των οικιακών τιμολογίων. Εξάλλου, οι συνεχείς αυξήσεις στα τιμολόγια της ΔΕΗ αποτελούν μνημονιακές δεσμεύσεις της κυβέρνησης όσο και η πλήρης απελευθέρωση της αγοράς ενέργειας.
Ως Νησιωτική Ανατροπή δε μπορούμε παρά να θέσουμε τα παρακάτω ερωτήματα:
Πόσο «ώριμα και αξιολογημένα» μπορούν να θεωρούνται έργα τα οποία βρίσκουν τις τοπικές κοινωνίες και την Τοπική Αυτοδιοίκηση αντίθετες; Αξιολογημένα με ποια κριτήρια και για ποια συμφέροντα;
Πώς νοείται η «ενίσχυση οικονομικής δραστηριότητας της Περιφέρειας»; Με τις 2 θέσεις εργασίας που δημιουργούνται;
Πώς καθίσταται η επιχειρηματικότητα «εξαιρετικά σημαντικός μοχλός ανάπτυξης και θα συντελέσει σημαντικά στην προσπάθεια ανάκαμψης της οικονομίας»; Με την επιδότηση από κρατικά και ευρωπαϊκά κονδύλια μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων και τον παράλληλο στραγγαλισμό οποιασδήποτε εναλλακτικού σχεδιασμού για καθαρή ενέργεια σε μικρομεσαία κλίμακα, π.χ. σε επίπεδο νοικοκυριού, οικισμού, ή και νησιού με τοπικό σχεδιασμό και με πολλαπλά οφέλη για την κοινωνία και το περιβάλλον;
Οι τρόποι με τους οποίους το Υπουργείο προωθεί τις ΑΠΕ δε λαμβάνει υπόψη του τη σύγχρονη ευρωπαϊκή εμπειρία και την αποτυχία των ΒΑΠΕ, τις πραγματικές ανάγκες των νησιωτών και την περιβαλλοντική καταστροφή που αυτά συνεπάγονται. Αντίθετα, στοιχίζεται με την πρόσκαιρη «μεγέθυνση» των οικονομικών δεικτών, την επικοινωνιακήπροσέγγιση της αναπτυξιακής ανασυγκρότησης της χώρας, την παράκαμψη των δημοκρατικών διαδικασιών. Λειτουργεί εις βάρος και ερήμην των τοπικών κοινωνιών και εις όφελος των μεγαλοεπιχειρηματιών, των οποίων χρηματοδοτεί αφειδώς την επιχειρηματικότητα, την ίδια στιγμή που έχει αφαιμάξει τους μικρομεσαίους.
Για μας, το μοναδικό νησιώτικο περιβάλλον, η ήπια και ισόρροπη ανάπτυξη των νησιών, η μικρή κλίμακα των Κυκλάδων και η μη υπέρβαση της φέρουσας ικανότητας τους αποτελούν αδιαπραγμάτευτα στοιχεία της ζωής μας.
Είναι σημαντική η δυναμική που έχει δημιουργηθεί στις Κυκλάδες από πολλούς φορείς, συλλογικότητες, οργανώσεις και προσωπικότητες ενάντια στα ΒΑΠΕ. Καλούμε όλους τους πολίτες να διατρανώσουν την αντίθεση τους στα «επενδυτικά» σχέδια και να αποτρέψουν την ανεπανόρθωτη ζημιά που θα προκληθεί. Καλούμε το επόμενο Περιφερειακό Συμβούλιο, στην επόμενη συνεδρίαση που θα γίνει αρχές Ιουλίου, να πάρει σαφή θέση, ενημερώνοντας τους κατοίκους των νησιών και εντείνοντας την αντίδρασή του. Παράλληλα, οφείλει να ενημερώσει η απερχόμενη Περιφερειακή Αρχή τους κατοίκους του Νότιου Αιγαίου σχετικά με την πορεία της μελέτης του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας με απευθείας ανάθεση (19 Οκτωβρίου 2013) για την υλοποίηση του έργου «Εξειδίκευση του χωρικού σχεδιασμού για την ανάπτυξη και χωροθέτηση αιολικών εγκαταστάσεων στα νησιά του Νοτίου Αιγαίου». Καλούμε την επερχόμενη Περιφερειακή Αρχή να δηλώσει την συστράτευση της με τις ήδη ληφθείσες αποφάσεις του Περιφερειακού Συμβουλίου, των Δημοτικών Συμβουλίων των 4 νησιών και των τοπικών φορέων.