Παρασκευή 27 Απριλίου 2012

ΣΥΡΟΣ Νεκρός εντοπίστηκε αγνοούμενος αλιέας

Νεκρός εντοπίστηκε στη θαλάσσια περιοχή ακρωτηρίου Βελοστάσι της Σύρου ένας 54χρονος αλιέας, ο οποίος αγνοείτο απο χθες.
Ιστιοφόρο σκάφος εντόπισε χθες, νότια της Σύρου, ένα πεντάμετρο ξύλινο σκάφος να πλέει ακυβέρνητο με τη μηχανή σε λειτουργία και χωρίς κανέναν επιβαίνοντα.
Αμέσως ειδοποιήθηκε το Κέντρο Επιχειρήσεων του Λιμενικού και από τα στοιχεία του σκάφους διαπιστώθηκε ότι ανήκε στον 54χρονο, ο οποίος είχε ξεκινήσει από την Ερμούπολη προκειμένου να πάει για αλιεία νότια του νησιού. Στις έρευνες για τον εντοπισμό του συμμετείχαν τρία πλωτά του Λιμενικού και ένα ελικόπτερο.
Οι συνθήκες θανάτου του άτυχου ψαρά δεν έχουν ακόμα διαπιστωθεί, ενώ η σορός του αναμένεται να μεταφερθεί στο νοσοκομείο για νεκροψία-νεκροτομή.

Oράματα και θαύματα στο Aιγαίο

Tου TEOY POMBOY
Στην Πολυνησία του Αιγαίου πιστεύουμε βαθύτατα στην οικονομική
ευημερία που φέρνει ένα μικρό θαύμα, ένα όραμα, μια εύρεση εικόνας, τα
λείψανα ενός αγίου. Το έχουμε ακουστά, το έχουμε βιώσει, μας είναι
ιστορία οικεία. Ίσως αυτό να ψυχανεμιζόμουν από παιδί και ήθελα, με τόση ζέση, να γίνω θαυματοποιός. Στην ηλικία των εννέα ετών μου αγόρασαν ένα βιβλίο «για την Τέχνη της Ταχυδακτυλουργικής» που το μελέτησα με πάθος.
Στην εφηβεία μου έκανα παρέα με έναν υπερβολικά χοντρό μεσήλικα, που είχε γίνει ένα με την πολυθρόνα του και μίλαγε με ψιλή, απαλή φωνή.
Γνώριζε κόλπα πολλά, τσάκιζε, για παράδειγμα, μια οδοντογλυφίδα μέσα σε
μια σφιχτά διπλωμένη πετσέτα και την παρουσίαζε ξανά ολόκληρη, μ' έμαθε
να καταπίνω χαρτοπόλεμο και να βγάζω από το στόμα μου ρολό το χαρτί, να
περνάω αυγά μέσα σε ένα μπουκάλι με στενό λαιμό χωρίς να σπάζουν, να
εξαφανίζω φραγκοδίφραγκα και να τα εμφανίζω από τα αυτιά μου, να μαντεύω
το χαρτί που έβαζε κάποιος στο νου του αγγίζοντας με τα ακροδάχτυλα τα
τραπουλόχαρτα από την ανάποδη. Επέμενε, κυρίως, στον τρόπο που έπρεπε να
απευθύνομαι στους άλλους, με έμαθε να χρησιμοποιώ λέξεις αμφίσημες,
πολυσήμαντες, πρωτάκουστες: «Ρειθραθιασμένα στα μουχτιά αμμωνόνερα,
κάνοντας χθου και πθου, στις τσίνιες και στις γάβωνιες― το
αναμπουφτούρδισμα και το κακό πιτσιπιτού στο γιο του Φλιφλιτζή ζούνε τα
απραγάδια (*)». Επέμενε να στολίζω την ομιλία μου με επίθετα:
«Κοκκινοπλουμόχειλη, Μαρμαροχιονοδόντης, Γλυκοστοματόβρυση,
Ασπροκοκκινομάγουλη, Κρυσταλλοχιονοτράχηλη, Στρογγυλοευμορφοπούγουνος
(**)». Λόγος, έλεγε, ίσον παράσταση. Πρώτα γοητεύεις κι ύστερα εξαπατάς.
Πήγαινε στην εκκλησία και μελέτησε τη μέθοδο. Κεριά, λυκόφως, καπνοί,
μυρωδιές, βαρύτιμα ενδύματα, επιβλητικές κάθοδοι από τις πύλες,
μεγαλόστομος, στομφώδης λόγος, χορευτικά με το Βιβλίο της Γνώσης που
περιφέρεται εκτεθειμένο ψηλά, απλησίαστο, εδώ παπάς εκεί παπάς...

Θαυματοποιός
Ενηλικιώθηκα με τον άσβεστο πόθο να γίνω θαυματοποιός, διαπίστωνα
όμως μέσα από τα διαβάσματά μου ότι η ιστορία βρίθει θαυματοποιών και
θαυμάτων. Στο Απάνθισμα του Απουληίου, κεφάλαιο 19, παρουσιάζεται ο
Ασκληπιάδης να σταματά καθ' οδόν μια κηδεία δημιουργώντας τη σχετική
αναστάτωση στους πενθούντες και ν' «ανασταίνει» το νεκρό. Για τον
Πυθαγόρα, μεταξύ άλλων αναφερομένων θαυμάτων, έχει καταγραφεί από τον
Πορφύριο «το καταλάγιασμα των κυμάτων των ποταμών και των θαλασσών ώστε
να περνούν οι μαθητές του εύκολα πάνω απ' αυτά». Για το φιλόσοφο
Εμπεδοκλή, που ήταν θεραπευτής και θαυματοποιός, διάβασα ότι ανάστησε
μια γυναίκα τριάντα ολόκληρες ημέρες μετά το θάνατό της, ενώ ο ίδιος
ανελήφθη στους ουρανούς. O Απολλώνιος ο Τυανεύς, που ήταν ιερέας του
Ασκληπιού και πυθαγόρειος, έκανε θαύματα πολλά. O Αλέξανδρος ο
Αβωνοτειχίτης, άνδρας ικανότατος και ευφυής, με ωραίο παρουσιαστικό,
έγινε περιβόητος για το μαντείο του Ασκληπιού που ίδρυσε, δημιουργώντας
μιαν «εκ νέου γέννησιν» του θεού, τη φορά αυτή με τη μορφή φιδιού, που
το ονόμαζε Γλύκωνα. Για το Θεόφιλο Καΐρη, που πέθανε στη φυλακή στα μέσα
του 19ου αιώνα κυνηγημένος από εκκλησιαστικούς και δικαστικούς,
διηγούνται ακόμη και σήμερα πως κράταγε στα χέρια το κεφάλι του όταν
έλεγε τη Σολομωνική ανάποδα.
Στην Πολυνησία του Αιγαίου γνωρίζουμε εκ πείρας ότι οι άγιοι συχνά
κακιώνουν και τότε τιμωρούν με θαύματα σκληρά, με μαρμαρώματα, ακόμη και
με βουλιάγματα τόπων. Τον άγιο Βλάσιο τον λέμε και «μουσκαροπνίχτη» για
τις ζωοκτόνες προτιμήσεις του, την Παναγία «καψοδεματούσα», τον άγιο
Ιωάννη «ριγολόγο», γιατί έστελνε τις θέρμες και τον άγιο Ιωάννη το
Θεολόγο «σπαζοκάδη», γιατί σπάζει τους κάδους και μας χύνει το κρασί.
Όλοι γνωρίζουμε ότι οι αγιασματικές πηγές στα νησιά έχουν γίνει από
τα δάκρυα των αγίων στον τόπο που μαρτύρησαν, αλλού εκύλησε η κάρα του
αγίου μέσα στο πηγάδι, αλλού το νερό της πηγής ρέει κάτω από εκκλησίες,
όπως στην Παναγία την Πλημμυριανή της Ρόδου και γίνεται αγίασμα και
αλλού, όπως στη Βολισσό της Χίου, ανέβλυσε «ύδωρ τερατουργόν, ιαματικόν
παντός πάθους και πάσης ασθενείας» από την πέτρα που κάλυψε το σώμα της
αγίας Μαρκέλλας, όταν της απέκοπτε μαστούς και κεφάλι ο σαρκολάγνος
πατέρας της. Κατά την ημέρα της γιορτής των αγίων οι πιστοί
επωφελούμενοι από τις θαυματουργές ιδιότητες του αγιάσματος βρέχονται,
πίνουν, αλείφουν τα γεννητικά τους όργανα και παίρνουν αγιασμό μαζί για
να έχουν.
Η Αγία Ελένη πηγαίνοντας στην Παλαιστίνη για να βρει τον Τίμιο Σταυρό
σταμάτησε στην Πάρο, προσευχήθηκε και έταξε ότι εάν εύρισκε το Σταυρό θα
έχτιζε την εκκλησία της Εκατονταπυλιανής. Λίγο καιρό μετά την εύρεση
άρχισαν να πωλούνται κομμάτια από το σταυρόξυλο. Η ζήτηση ήταν μεγάλη
και πλήθος οι αγοραστές που πλήρωναν υπέρογκα ποσά για να αποκτήσουν ένα
μικρό κομματάκι― τότε οι άνθρωποι της εκκλησίας μετέφεραν στους πιστούς
την πληροφορία ότι «το τίμιο ξύλο είχε τη θαυματουργική ιδιότητα να
ανανεούται διαρκώς και να μη ολιγοστεύει παρόλα τα τεμάχια που
απεκόπτοντο».

Oι πιστοί συρρέουν
Και τα θαύματα δεν σταματούν, οι πιστοί συρρέουν και προσκυνούν τις
«δεκατέσσερις εν συνόλω κάραις του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου εις
άπασαν την Ευρώπην», ενώ στην καθ' ημάς μονή του Διονυσίου στο Άγιο Όρος
υπάρχει το δεξιό χέρι του Προδρόμου, το οποίο υπάρχει ταυτοχρόνως και
στην Κωνσταντινούπολη. Στη Ναύπακτο, στη Μονή του π. Νεκτάριου, οι
«παπαροκάδες» ζυμώνουν ψωμί ακουμπώντας το αντίγραφο σταυρού του Αγίου
Σεραφείμ, που έχει αποκτήσει την ιδιότητα του Τίμιου Ξύλου, πάνω στη
ζύμη που φουσκώνει χωρίς μαγιά.
Στο μεσαίωνα, οι μοναχοί της Χοζοβιώτισσας πληροφορούσαν τους
ανίδεους ότι η Μονή ιδρύθηκε όταν η θάλασσα ξέβρασε στα βράχια της
Αμοργού τα κομμάτια της εικόνας της Παναγίας, που είχαν ταξιδέψει από
την Κύπρο, και ως εκ θαύματος φτάνοντας στο νησί ενώθηκαν από μόνα τους.

Υπήρξαν αναρίθμητες εμφανίσεις της Παναγίας σε πιστούς, με
αποκαλύψεις, παραγγελιές και εκδουλεύσεις. Εξαρτάτο βέβαια από το πόσο
ευαίσθητος και υποψιασμένος ήταν ο οραματιζόμενος. Γιατί ποιος στ'
αλήθεια μπορεί να ξέρει πόσοι από εμάς έχουμε οραματιστεί κάποιον άγιο
στον ύπνο μας και το λησμονήσαμε; Υπάρχουν όμως και άτομα υποψιασμένα
και τότε ο άγιος δεν επιμένει πολύ, όπως με τη μοναχή Πελαγία στην Τήνο.
Η Παναγία την επισκέφθηκε δυο φορές στον ύπνο της και την τρίτη, στις 23
Ιουλίου του 1822, της υπέδειξε πού θα βρει την εικόνα της. Για άγνωστους
σ' εμένα λόγους η εικόνα ευρέθη έξη μήνες μετά, στις 30 Ιανουαρίου του
1823, σ' ένα χωράφι. Η εύρεση της εικόνας θεωρήθηκε πανελλήνιο θεϊκό
μήνυμα και συνέρευσαν γνωστά πρόσωπα της Επανάστασης του 1821 για να
προσκυνήσουν, που ήταν και η καλύτερη διαφήμιση για το νησί που έκτοτε
ανακηρύχθηκε «ιερό».
Στη Σύρα, που πίστεψαν στα θαύματα παρακολουθώντας από την αρχαιότητα
χιλιάδες ανθρώπους να συρρέουν στο μεγαλόπρεπο ναό του Ποσειδώνα της
Τήνου αλλά και στο ιερό νησί της Δήλου για να προσκυνήσουν,
συνειδητοποίησαν τα οφέλη που φέρνει η πίστη. Έτσι, λοιπόν, κατά το
σωτήριον έτος 1936, συνέβη και στην Ερμούπολη το θαύμα. Όμως η
οικονομική ευημερία που έφερε το μέγα αυτό θαύμα, διήρκεσε μόλις τρία
χρόνια, διότι ένας συριανός διάκος και ένας εκδότης εφημερίδας τηνιακών
συμφερόντων κατήγγειλαν την «εύρεση» της εικόνας του αγίου Δημητρίου ως
«εφεύρεση».
Υπάρχουν βέβαια και εικόνες που δεν βρίσκονται εξ αποκαλύψεως αλλά
από τυχαία συμβάντα, όπως η εικόνα του αγίου Φανούριου που βρέθηκε το
14ο αιώνα στη Ρόδο, όταν έσκαβαν στο παλιό τείχος, η θαυματουργή εικόνα
της Παναγίας της Καβουριανής στη Λέρο, που τη βρήκε ένας ψαράς που
έψαχνε για καβούρια μέσα σε μια σχισμή βράχου, η θαυματουργή εικόνα της
Παναγίας της Θαλασσινής στην Άνδρο που βρέθηκε σε βράχο στη θάλασσα, η
θαυματουργή εικόνα της Παναγίας της Κανάλας στην Κύθνο, η θαυματουργή
εικόνα της Παναγίας της Μελικαρούς στη Σκύρο, η θαυματουργή εικόνα της
Παναγίας της Σπηλιανής στη Νίσυρο, η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας της
«Μαυρομάτας» στην Κρεμαστή, η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας του Χάρου
στους Λειψούς κ. ά.

Γαϊτανάκι αγίων
Στην Πολυνησία του Αιγαίου, που πιστεύουμε βαθύτατα στην οικονομική
ευημερία που συνοδεύει τα θαύματα, το γαϊτανάκι των ονειρόφαντων αγίων
συνεχίστηκε το 1959 στη Θερμή Λέσβου και στα γύρω χωριά, όταν τρεις
άγιοι, ο άγιος Ραφαήλ, ο άγιος Νικόλαος και η αγία Ειρήνη άρχισαν τις
νυχτερινές επισκέψεις στους κατοίκους. Άλλος έψαχνε τα λείψανά του κι
άλλος το σαγόνι του. Oι κάτοικοι έχασαν τον ύπνο τους, οι άγιοι τους
ορμήνευαν αλλά οι ανασκαφές αργούσαν κι όταν, δυο χρόνια μετά, τέλειωσαν
όλα ωραία και καλά, έγινε και νέα εμφάνιση― εμφανίστηκε η αγία Oλυμπία
που ζήταγε να βρεθούν τα λείψανά της, τα ταλαίπωρα εξ αιτίας σκληρών
βασανιστηρίων αυτιά της και το θρυμματισμένο σαγόνι της, όμως ο
οραματιστής έτυχε να' ναι αγράμματος και εκείνη προσπαθούσε ξανά και
ξανά να του εξηγήσει, είδε κι έπαθε η αγία.
Τούτες πάλι τις μέρες εις το Αργοκοίλι της Νάξου όπου «οι χωρικοί
ρέπουν ενίοτε εις την παραδοχήν ανεξετάστως ό,τι η αγυρτία ήθελε τους
υπηρετήσει», ακούγεται πως η Παναγία η Αργοκοιλιώτισσα κοιλοπονάει το
θάμα...
Ζώντας εδώ και χρόνια στην Πολυνησία του Αιγαίου, όπου οι κάτοικοι
πιστεύουν βαθύτατα στην οικονομική ευημερία που θα φέρει ένα μικρό
θαύμα, ένα όραμα, μια εύρεση εικόνας ή λίγα οστά αγίων, άσπρισαν τα
μαλλιά μου και εγώ συνεχίζω να μπήγω ξερά κλαδιά στη γη για να τα ιδώ να
βλασταίνουν, ικετεύω ψητά κοτόπουλα να σηκωθούν και να περπατήσουν,
εξακολουθώ να κρεμώ το πανωφόρι μου στην άκρη της πιο τελευταίας
απογευματινής ηλιαχτίδας και συνεχίζω να γράφω τα κείμενά μου στα
σκοτεινά με μόνο το φως που διαχέεται από τα δάχτυλά μου που λάμπουν.

(*)«Τα Απραγάδια», υπερλεξιστική ποίηση του Αλέξανδρου Σχοινά
(**) Αχιλληίδα: «Βυζαντινό έπος»

ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΠΙΛΑΝΗΣ «Η αξία των νησιών βασίζεται στη μικρή κλίμακα»




Συνέντευξη στον Απόστολο Χατζηπαρασκευαΐδη



 Για τα προβλήματα και τις προοπτικές των νησιών και ειδικότερα των Κυκλάδων είχαμε την ευκαιρία να συζητήσουμε με τον, κυκλαδίτη στην καταγωγή, επίκουρο καθηγητή του τμήματος Περιβάλλοντος του πανεπιστημίου Αιγαίου κ. Γιάννη Σπιλάνη. O συνομιλητής μας, υπεύθυνος του Εργαστηρίου Τοπικής και Νησιωτικής Ανάπτυξης, θεωρεί ότι δεν υφίσταται εξειδικευμένη εθνική πολιτική για τα νησιά, τα οποία κινδυνεύουν να μετατραπούν σε «μικρές Αθήνες», και συνηγορεί υπέρ ενός νέου μοντέλου ανάπτυξης, βασισμένου στα συγκριτικά πλεονεκτήματα της νησιωτικότητας, υπογραμμίζοντας ότι «τα νησιά δεν μπορεί να συνεχίσουν να είναι τόποι παραγωγής προϊόντων και υπηρεσιών χαμηλού κόστους». Oλόκληρη η συζήτηση που είχαμε μαζί του έχει ως εξής:



   -Ως υπεύθυνος του Εργαστηρίου Τοπικής και Νησιωτικής Ανάπτυξης του

 πανεπιστημίου Αιγαίου, θα θέλατε να μας κάνετε ένα σύντομο απολογισμό

 του έργου του;

    -Το Εργαστήριο, που ξεκίνησε τη λειτουργία του με έδρα τη Μυτιλήνη πριν 15 περίπου χρόνια με πρωτοβουλία του ομότιμου καθηγητή Κώστα Σοφούλη, απαρτίζεται από μια μικρή ομάδα ερευνητών. Αν θα προσπαθούσα να συνοψίσω την προσφορά του Εργαστηρίου στην νησιωτική κοινωνία, πέρα από το καθαρά ακαδημαϊκό και ερευνητικό έργο, θα σταματούσα σ'ένα γεγονός που το κρίνω ως το σημαντικότερο μας επίτευγμα: την εισαγωγή του όρου «νησιωτικότητα» στο λεξιλόγιο των πολιτικών, της διοίκησης, των ΜΜΕ, των πολιτών και γενικά όλων που ασχολούνται με τον νησιωτικό χώρο. Δηλαδή στη παραδοχή ότι ο χώρος αυτός έχει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και επομένως έχει ανάγκη από ιδιαίτερες πολιτικές για να αντιμετωπίσει τα

 διαρθρωτικά του προβλήματα και να βάλει στέρεα θεμέλια για μια βιώσιμη

 αναπτυξιακή πορεία. Θεσμικά αυτό έχει κατοχυρωθεί στο ελληνικό Σύνταγμα

 και σε μικρότερο βαθμό στις συνθήκες της Ευρωπαϊκής Ενωσης, χωρίς να

 έχει ξεκαθαρίσει ποιο πρέπει να είναι το περιεχόμενο της. Εμείς στο

 Εργαστήριο δίνουμε ένα συγκριμένο περιεχόμενο στον όρο αυτό

 χρησιμοποιώντας τον ως εργαλείο για την ανάλυση της κατάστασης των

 νησιών και για τον αναπτυξιακό τους σχεδιασμό. Όλα αυτά έχουν αποτυπωθεί

 σε άρθρα, κείμενα και μελέτες, που όποιος ενδιαφέρεται μπορεί να βρει

 στην ιστοσελίδα του Εργαστηρίου (www.aegean.gr/lid).

    -Για ποιο λόγο η αναγνώριση της νησιωτικότητας από την Ευρωπαϊκή

 Ένωση δεν μετουσιώθηκε σε εξειδικευμένες αναπτυξιακές πολιτικές;

    -Συμμετείχα στην ομάδα εργασίας που προώθησε ήδη από το 1996 την

 έννοια της «νησιωτικότητας» στη συνθήκη του Άμστερνταμ και από τότε ήταν

 φανερή η αντίθεση της πλειοψηφίας των χωρών σε επίπεδο πολιτικών αλλά

 και της ευρωπαϊκής διοίκησης για την υιοθέτηση πολλών «ειδικών»

 πολιτικών με διαφορετικούς ειδικούς κανόνες και πρόσθετο οικονομικό

 κόστος. Όμως έγιναν πολλά μικρά βήματα όπως η αναγνώριση των περιοχών με

 μόνιμα γεωγραφικά μειονεκτήματα, στις οποίες περιλαμβάνονται και τα

 νησιά γεγονός που αποτέλεσε τη βάση για υιοθέτηση ουσιαστικών

 παρεμβάσεων και μέτρων. Δυστυχώς όμως όλα αυτά δεν αποτελούν ακόμη μια

 συνεκτική νησιωτική πολιτική που ήταν ο στόχος. Ενα πρόσθετο εμπόδιο

 στην υιοθέτηση των πολιτικών αυτών ήταν η αδυναμία να ανατραπεί η εικόνα

 που έχουν οι πολίτες της ηπειρωτικής Ευρώπης για «νησιά-παραδείσους».

    Όμως γιατί θεωρούμε πρόβλημα ότι δεν υπήρξε ευρωπαϊκή νησιωτική

 πολιτική, όταν η Ελλάδα ως κατ'εξοχή νησιωτική χώρα δεν έχει μια

 εξειδικευμένη εθνική πολιτική για τα νησιά και μάλιστα κατά παράβαση του

 Συντάγματος; Πολύ φοβάμαι ότι ούτε οι έλληνες πολιτικοί ούτε η ελληνική

 δημοσία διοίκηση είναι έτοιμοι για την υιοθέτηση μιας πραγματικής και

 ουσιαστικής νησιωτικής πολιτικής με μέτρα που θα αξιοποιούν τα

 συγκριτικά πλεονεκτήματα των νησιών δημιουργώντας επιχειρήσεις και

 θέσεις απασχόλησης, και θα βελτιώνουν την ποιότητα της ζωής στα νησιά

 χωρίς να τα μετατρέπουν σε μικρές «Αθήνες». Αναρωτιέμαι αν και οι

 νησιώτες είναι έτοιμοι για μια πολιτική που θα απαιτεί την ενεργοποίηση

 τους σε μονοπάτια διαφορετικά από την διεκδίκηση επιδοτήσεων και από την

 συνεχή, χωρίς έλεγχο, οικοδομική δραστηριότητα.

    -Oι τοπικοί φορείς στις Κυκλάδες συχνά κάνουν λόγο για την ανάπτυξη

 των νησιών. Εσείς πως την εννοείται;

    -Είναι ένα δύσκολο θέμα για να μπορεί να απαντηθεί μέσα σε μερικές

 γραμμές ιδιαίτερα όταν υπάρχουν τόσο διαφορετικές απόψεις. Σίγουρα

 πρέπει να συμφωνήσουμε σε ορισμένα βασικά πράγματα που προέρχονται από

 την επιστημονική ανάλυση. Στόχος της ανάπτυξης είναι αναμφισβήτητα η

 ευημερία των κατοίκων. Δηλαδή να υπάρχουν αυτά που έλλειψαν στις

 μεταπολεμικές δεκαετίες και έδιωξαν τους νησιώτες από τους τόπους τους:

 ανταγωνιστικές δραστηριότητες που να δημιουργούν ικανοποιητικά

 εισοδήματα και θέσεις εργασίας, αξιοπρεπείς υπηρεσίες υγείας, παιδείας,

 πολιτισμού, αναψυχής. Γι'αυτό χρειάζεται η επεξεργασία ενός μοντέλου

 ανάπτυξης που θα αντιμετωπίζει τα χαρακτηριστικά της νησιωτικότητας ως

 συγκριτικά πλεονεκτήματα και θα προσπαθεί να τα αναδείξει: τη μικρή

 κλίμακα, την απομόνωση, το πλούσιο φυσικό και πολιτιστικό περιβάλλον,

 τους παραδοσιακούς οικισμούς, τα στοιχεία πολιτισμού και παράδοσης των

 νησιών σε όλους τους τομείς, δημιουργώντας ένα πλαίσιο ελκυστικό για την

 ανάπτυξη προϊόντων και δραστηριοτήτων μοναδικών και υψηλής ποιότητας. Τα

 νησιά δεν μπορεί να συνεχίσουν να είναι τόποι παραγωγής προϊόντων και

 υπηρεσιών χαμηλού κόστους (όπως φτηνό τουρισμό και φτηνά αγροτικά

 προϊόντα). Αυτό το μοντέλο έχει ημερομηνία λήξης.

    -Κατά πόσο είναι νοητή η ανάπτυξη στα νησιά χωρίς να έχουν λυθεί

 βασικά προβλήματα υποδομών, όπως οι μεταφορές και η υγειονομική

 περίθαλψη;

    -Καμιά κοινωνία δεν μπορεί να πατάει σε γερές βάσεις, κανένας τόπος

 δεν μπορεί να είναι ελκυστικός, αν πέρα από την επίλυση του προβλήματος

 της εργασίας και του εισοδήματος δεν έχει αντιμετωπίσει με ικανοποιητικό

 τρόπο σημαντικά προβλήματα που σχετίζονται κατ'αρχή με την επιβίωση και

 κατ'επέκταση με την ποιότητα ζωής των κατοίκων όπως οι καλές

 συγκοινωνίες και τηλεπικοινωνίες, η επάρκεια σε νερό και ενέργεια, οι

 σωστές υπηρεσίες υγείας, παιδείας, πολιτισμού, ενημέρωσης και ψυχαγωγίας

 κλπ. και γενικότερα όλες εκείνες οι υπηρεσίες που συνηθίζουμε να

 ονομάζουμε «υπηρεσίες δημοσίου συμφέροντος». Είναι δηλαδή υπηρεσίες που

 το ίδιο το κράτος έχει την υποχρέωση να παρέχει σε όλους τους πολίτες,

 στην ίδια ποιότητα και με το ίδιο κόστος που παρέχονται και στις άλλες

 περιοχές. Η ύπαρξη των υπηρεσιών αυτών αποτελεί στοιχείο ελκυστικότητας

 για την ανάπτυξη οικονομικών δραστηριοτήτων και για την προσέλκυση

 πληθυσμού και η έλλειψη τους λειτουργεί αρνητικά για τα νησιά. Όμως το

 πώς μπορούν να αντιμετωπιστούν τα θέματα αυτά στον νησιωτικό χώρο δεν

 έχει απασχολήσει ουσιαστικά πολιτεία και πολίτες, ενώ έχει αγνοηθεί η

 εμπειρία άλλων χωρών.

- Κατά πόσο είναι νοητή η ανάπτυξη στα νησιά χωρίς να έχουν λυθεί

 βασικά προβλήματα υποδομών, όπως οι μεταφορές και η υγειονομική

 περίθαλψη;

    - Καμιά κοινωνία δεν μπορεί να πατάει σε γερές βάσεις, κανένας τόπος

 δεν μπορεί να είναι ελκυστικός, αν πέρα από την επίλυση του προβλήματος

 της εργασίας και του εισοδήματος δεν έχει αντιμετωπίσει με ικανοποιητικό

 τρόπο σημαντικά προβλήματα που σχετίζονται κατ'αρχή με την επιβίωση και

 κατ'επέκταση με την ποιότητα ζωής των κατοίκων όπως οι καλές

 συγκοινωνίες και τηλεπικοινωνίες, η επάρκεια σε νερό και ενέργεια, οι

 σωστές υπηρεσίες υγείας, παιδείας, πολιτισμού, ενημέρωσης και ψυχαγωγίας

 κλπ. και γενικότερα όλες εκείνες οι υπηρεσίες που συνηθίζουμε να

 ονομάζουμε «υπηρεσίες δημοσίου συμφέροντος». Είναι δηλαδή υπηρεσίες που

 το ίδιο το κράτος έχει την υποχρέωση να παρέχει σε όλους τους πολίτες,

 στην ίδια ποιότητα και με το ίδιο κόστος που παρέχονται και στις άλλες

 περιοχές. Η ύπαρξη των υπηρεσιών αυτών αποτελεί στοιχείο ελκυστικότητας

 για την ανάπτυξη οικονομικών δραστηριοτήτων και για την προσέλκυση

 πληθυσμού και η έλλειψη τους λειτουργεί αρνητικά για τα νησιά. Όμως το

 πώς μπορούν να αντιμετωπιστούν τα θέματα αυτά στον νησιωτικό χώρο δεν

 έχει απασχολήσει ουσιαστικά πολιτεία και πολίτες, ενώ έχει αγνοηθεί η

 εμπειρία άλλων χωρών.

    - O τουρισμός στις Κυκλάδες έχει αγγίξει τα όριά του ή έχει ακόμα

 περιθώρια ανάπτυξης;

    - Απαντώ απερίφραστά καταφατικά, αλλά με προϋποθέσεις. Χωρίς να

 σημαίνει ότι τα νησιά μπορεί να μείνουν αναλλοίωτα στο χρόνο, όμως αν

 χάσουν την φυσιογνωμία τους πάνω στην οποία απέκτησαν την φήμη τους και

 έγιναν τουριστικοί προορισμοί θα υπάρξει πρόβλημα. Χωρίς προστασία και

 ανάδειξη της φυσικής και πολιτιστικής κληρονομιάς των νησιών μας, χωρίς

 σεβασμό στη μικρή κλίμακα και στο τοπίο των νησιών, χωρίς ποιότητα στις

 παρεχόμενες υπηρεσίες πιστεύω ότι η κρίση που υπάρχει σε άλλες περιοχές

 της Ελλάδας και της Μεσογείου δεν θα αργήσει να αγγίξει και τα

 κυκλαδονήσια.

    - Πόσο ελκυστικές είναι οι Κυκλάδες σήμερα, δεδομένων των πιέσεων στο

 περιβάλλον;

    - Ελκυστικές για ποιόν; Αν εννοείτε για τον παραθεριστή, δηλαδή τον

 «μόνιμο» τουρίστα, θα έλεγα απερίφραστα ναι αν κρίνω από την αξία των

 νέων οικοδομών και την ταχύτητα ανοικοδόμησης στη πλειοψηφία των νησιών.

 Αν εννοείτε για τον τουρίστα, με τα ελλιπή δεδομένα που διαθέτουμε

 μπορούμε να πούμε ότι οι εξελίξεις στις Κυκλάδες είναι καλύτερες απ'ότι

 στην υπόλοιπη χώρα. Αν εννοείτε για τον μόνιμο κάτοικο αυτός μάλλον δεν

 έχει συνειδητοποιήσει ότι πρακτικά η περιουσία του, οι επιχειρήσεις και

 η γη που κατέχει έχουν αξία εξ αιτίας της ποιότητας του φυσικού και

 δομημένου περιβάλλοντος και ότι δεν είναι συνετό κάποιος να πριονίζει το

 κλαδί πάνω στο οποίο κάθεται. Όμως η υποβάθμιση είναι διάχυτη και

 φοβάμαι ότι δεν θα αργήσει η στιγμή που θα μειωθεί η ελκυστικότητα τους

 και κατά συνέπεια η υπεραξία την οποία οι κάτοικοι εισπράττουν σήμερα

 «πουλώντας και καταναλώνοντας» το περιβάλλον χωρίς να το

 συνειδητοποιούν.

    - Πως κρίνετε τη δραστηριότητα περιβαλλοντικών οργανώσεων αλλά και

 πολιτών, οι οποίοι αντιπαρατίθενται συχνά με την τοπική αυτοδιοίκηση,

 όσον αφορά «αναπτυξιακάΣ έργα (πυλώνες ΔΕΗ, αεροδρόμια, λιμάνια,

 διανοίξεις δρόμων, αιολικά πάρκα, κ.α) που επιβαρύνουν το περιβάλλον;

    - Όπως ανέφερα και προηγούμενα πρέπει να συμφωνήσουμε για το είδος

 της ανάπτυξης που θέλουμε. Δεν είναι δυνατόν να υπάρξουν άνθρωποι και

 δραστηριότητες στα νησιά χωρίς να υπάρξουν παρεμβάσεις και μεταβολές στο

 περιβάλλον. Όμως θα πρέπει να διερευνώνται τόσο η σκοπιμότητα των έργων

 όσο και όλες οι εναλλακτικές λύσεις που μπορούν δημιουργούν μικρότερες

 επιπτώσεις. Συμφωνώ απόλυτα με τις ατομικές και συλλογικές

 δραστηριότητες όταν έχουν πράγματι στόχο την ουσιαστική προστασία του

 περιβάλλοντος με την ευρεία έννοια (του νερού, του εδάφους, των

 παραλιών, του τοπίου, της χλωρίδας, της πανίδας αλλά και του

 πολιτιστικού περιβάλλοντος) ιδιαίτερα σε μια χώρα που ο δημόσιος τομέας,

 που είναι ο φυσικός του προστάτης, αδιαφορεί για την προστασία του όταν

 δεν αυτός που το κακοποιεί βάναυσα. Διαφωνώ όμως κάθετα με τις κινήσεις

 εκείνες που, με την πρόφαση της προστασίας του περιβάλλοντος, υπακούουν

 στο σύνδρομο ΝΙΜΒΥ, δηλαδή ότι είναι να γίνει ας γίνει μακριά από την

 αυλή μου για να μην ενοχλούμαι σε προσωπικό επίπεδο.

    - Δύο πρόσφατες δράσεις του Εργαστηρίου Τοπικής και Νησιωτικής

 Ανάπτυξης του πανεπιστημίου Αιγαίου αφορούν στη λειτουργία Τουριστικού

 Παρατηρητηρίου στη Μύκονο και στην υλοποίηση του προγράμματος ΙSTOS στην

 Πάρο. Σε τι ακριβώς αφορούν οι δράσεις αυτές;

    - Η πρώτη αφορά σε μια προσπάθεια του Δήμου Μυκονίων να μελετήσει τον

 τουρισμό του δημοφιλέστερου προορισμού της χώρας, να διαπιστώσει τις

 αδυναμίες του και να εφαρμόσει μέτρα που θα βοηθήσουν στην διατήρηση της

 ελκυστικότητας της Μυκόνου ως τουριστικού προορισμού μέσα σε μια

 τουριστική αγορά που συνεχώς μεταβάλλεται και σε έναν αυξανόμενο

 ανταγωνισμό.

    Η δεύτερη αφορά τη δημιουργία ενός εργαλείου παρακολούθησης της

 βιωσιμότητας της αναπτυξιακής διαδικασίας σε επίπεδο νησιού που θα

 μπορεί να χρησιμεύσει και ως εργαλείο σχεδιασμού.

   - Τελευταία γίνεται συχνά λόγος για τη βιώσιμη ανάπτυξη των

 νησιωτικών περιοχών. Πως μπορεί όμως να εφαρμοστεί στην πράξη;

    - Πρέπει πρώτα απ' όλα να ξεκαθαρίσουμε τι σημαίνει βιώσιμη ανάπτυξη.

 Σημαίνει η ταυτόχρονη επίτευξη οικονομικής ανάπτυξης (ανταγωνιστικής

 οικονομίας), κοινωνικής δικαιοσύνης (μείωση ανεργίας και χαμηλών

 εισοδημάτων) και προστασίας του περιβάλλοντος (ως στοιχείο ποιότητας

 ζωής) ως των τριών συνιστωσών της ανθρώπινης ευημερίας.

    Όπως ανέφερα προηγούμενα η ανάπτυξη στα νησιά δεν μπορεί να

 ταυτίζεται με την οικοδόμηση που αλλοιώνει οικισμούς, που καταπατάει

 παραλίες, που υποβαθμίζει το τοπίο και γενικότερα ότι αποτελεί τον

 πλούτο των νησιών, ούτε και με τις «αρπαχτές» στον τουρισμό. Oύτε

 «ανάπτυξη» αποτελεί ένα οποιοδήποτε έργο υποδομής που γίνεται με

 προδιαγραφές ηπειρωτικής χώρας χωρίς να λαμβάνει υπόψη την μικρή κλίμακα

 των νησιών και την λεπτή ισορροπία που υπάρχει.

    Αντίθετα, όπως έχω ήδη αναφέρει, θα πρέπει να στρέφεται σε παραγωγή

 ξεχωριστών και ποιοτικών προϊόντων και υπηρεσιών που να αξιοποιούν τα

 ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των νησιών.

    - Ως κυκλαδίτη τί σας ενοχλεί περισσότερο και τι θέλετε να αλλάξει

 στα νησιά σήμερα και ειδικότερα στη Σέριφο, τον τόπο καταγωγής σας;

    - Δύσκολη η επιλογή γιατί είναι πολλά που με ενοχλούν. Περισσότερο

 απ'όλα μ' ενοχλεί η συνειδητή ή ασυνείδητη μεταφορά της κατάστασης της

 Αθήνας στα νησιά: της κακόγουστης και άκρατης τσιμεντοποίησης, της

 επικράτησης του πολιτισμού του αυτοκινήτου, της αδιαφορίας για τους

 κοινόχρηστους χώρους, του απέραντου σκουπιδότοπου, της έλλειψης κανόνων

 ή της καταπάτησης όλων των κανόνων που υπάρχουν για να περνάμε εμείς

 καλά αδιαφορώντας για τους γύρω, της ισοπέδωσης των πάντων για την

 ικανοποίηση του εγώ. Νομίζω ότι η αξία των νησιών είτε ως τόπου

 κατοικίας είτε ως τόπου διακοπών βασίζεται στη μικρή κλίμακα, στη

 διατήρηση της τοπικής φυσιογνωμίας, στο χαλαρό τρόπο ζωής, στο όμορφο

 τοπίο, σε μια διαφορετική ποιότητα ζωής από αυτή της πόλης. Αξίζει κάθε

 προσπάθεια για να τη διατηρήσουμε!!!!!

  






Η ερωτική ζωή στην Απάνω Μεριά








 του Τέου Ρόμβου
Μέσα μου φουρτούνα, αντάρα και καημός. Από τα δάχτυλά μου ξεχύνονται αράδες οι λέξεις,  αναβλύζουν λόγια ζυμωμένα με πάθος και οργή, φουσκώνουν φράσεις βουτηγμένες στην καταστροφή του τοπίου, εκτοξεύονται
απειλές από παντού, μηνύσεις, δίκες, κραυγές και ουρλιαχτά για σεβασμό προς τον πλανήτη που μας φιλοξενεί, αγώνας για να συνεχίσει να υπάρχει τούτο εδώ το νησιωτικό σύμπλεγμα του Αιγαίου χωρίς να καταστρέφεται από

 τους μύριους εχθρούς που το πολιορκούν αδιάκοπα, αιώνες τώρα...

    Εμπρός, φίλοι μου, σας προσκαλώ σε ένα μεγάλο σεργιάνι στο Αιγαίο.

 Πάνω από την αγριεμένη θάλασσα και τα αφρισμένα κύματα μέχρι κάτω στο

 βυθό, εκεί που αναπαύονται τα αρχαία ναυάγια, ψάρια  απροσδιόριστης

 ηλικίας, μαργαριτάρια και γιούσουρι.

    Αναδυθείτε και κοιτάξτε τα χελιδονόψαρα που κυνηγιούνται, πώς

 φτερουγίζουν σύρριζα στα ανεβοκατεβάσματα και στις ρυτιδώσεις του νερού,

 πώς πλέουν δίπλα μας τα κήτη και οι θαλάσσιες χελώνες αργά σαν τα μικρά

 νησιά, πώς ξεχνιόνται οι κορμοράνοι στα μακροβούτια τους. Ελάτε να

 μπούμε σε ανεξερεύνητες θαλασσινές σπηλιές και στήστε αυτί να ακούσετε

 τα ερωτικά αγκομαχητά και τους ανασασμούς της φώκιας. Χαρείτε τα

 παιχνίδια που κάνουν οι σάλπες  όταν ξωκείλουν στο γιαλό για να

 γονιμοποιήσουν πέφτοντας με το πλάι, κι όπως σπαρταράνε βλέπεις τα λέπια

 τους να χρυσαφίζουν και να στραφταλίζουνε στις ζεστές ακτίνες του ήλιου.

 Μετά τη γονιμοποίηση οι αρσενικοί θα ανοιχτούν στη θάλασσα για να

 πεθάνουν και, καθώς τα κουφάρια τους θα κατεβαίνουν στο βυθό

 στροβιλίζοντας, θα ακουμπήσουν πάνω στις θαλάσσιες ανεμώνες, όπου θα

 γίνουν τροφή για τα αρσενικά χταπόδια και τις σουπιές που θα πεθάνουν με

 τη σειρά τους, όταν κοπάσει ο οργασμός.

    Ελάτε, φίλοι μου, να βγούμε στη βόρεια ακτή της Σύρου, στο Διαπόρι,

 στης Σκρόφας το γιαλούδι, στη Γλυσούρα ή στου Ψύχα, να σκαρφαλώσουμε

 προσεκτικά πάνω στα κοφτερά βράχια, ενώ θα απομακρύνονται αιφνιδιασμένα

 καβούρια, αστερίες, σαλιγκάρια και ψείρες του νερού, κι αυτή η μικρή

 αλκυόνη θα φτερουγίσει τρομαγμένη μακριά από τη φωλιά της, σαν ένα μικρό

 ουράνιο τόξο πάνω από τις αφρίλες των κυμάτων. Πάνω στα άγρια ξεβράσματα

 της λάβας, στα ασβεστολιθικά  και ηφαιστειακά πετρώματα της παραλίας που

 σβήνει ο παφλασμός και το αντιμάμαλο, ερμαφρόδιτες πεταλίδες, κολλημένες

 σφιχτά, ζευγαρώνουν και με τα δυο ερωτικά πλοκάμια τους που σαλεύουν σαν

 φίδια, η αρσενική απόληξη γλιστράει στο όστρακο και αφήνει το σπέρμα για

 να γονιμοποιηθούν τα αυγά, ενώ η άλλη, η θηλυκιά, την ίδια στιγμή

 υποδέχεται την αρσενική στο διπλό μεθύσι του έρωτα.

    Ελάτε σιμά, φίλοι μου, να γευτούμε την άγρια νησιωτική φύση, να

 απολαύσουμε την Απάνω Μεριά, το τελευταίο συριανό τοπίο, έτσι όπως το

 ονειρεύτηκε εκείνα τα χρόνια τα αρχαία ο  Όμηρος που στέγη δεν είχε και

 περιπλανιόταν σε τούτα εδώ τα νησιά του Αρχιπελάγους. Ελάτε να

 περπατήσουμε στις αμμοθίνες, να ανακαλύψουμε την ομορφιά, ένα ποιμενικό

 τοπίο με πεζούλες και ξερολιθιές, ελάχιστους δρόμους και μονοπάτια, με

 μικρούς οικισμούς στα Χαρτιανά, στη Φοινικιά, στο Μύτακα, στο Παπούρι,

 στο Ρυχωπό, στη Χαλανδριανή, στο Λυγερό και πέρα στο Σα Μιχάλη, και

 λίγες αγροικίες στην Κυπερούσα και στον Κάμπο που γίνονται μέρος του

 τοπίου.

    Η Οργάς, η καλλιεργημένη γη, τρίζει, συστέλλεται και διαστέλλεται από

 τη συνεχή σπορά και το σκάψιμο που γίνεται με τον ίδιο απαράλλακτο

 βασανιστικό τρόπο εδώ και χιλιάδες χρόνια. Εδώ κατοικούν λιγοστοί μόνο

 άνθρωποι που συνυπάρχουν για αιώνες αρμονικά με τη φύση, καλλιεργώντας

 τα άνυδρα χωράφια τους. Άνθρωποι, ζώα και φυτά, πουλιά και έντομα σε μια

 αδιάσπαστη ενότητα. Εδώ  γεννήθηκε ο πολιτισμός του Αιγαίου.

     Θα δείτε τους τρυφερούς αλίφωνες που ριγούν κοντά στη θαλάσσια αύρα

 και γύρω στο ξωκλήσι του Άι Γιάννη του Φυσώντα τα δηλητηριώδη άνθη του

 κολχικού. Θα γευτείτε τη λαδερή μυρωδιά του φασκού και θα  λιγωθείτε από

 τα λιωμένα στον ήλιο αιθέρια έλαια του ανθισμένου θυμαριού, από τις

 μυρωδιές των φυτών, των φρύγανων, της σμύρνας, της ρίσας, του ασφόδελου,

 της κονιζιάς, της αλωνίδας και του ενδημικού κρόκου  που ανακάλυψε ο

 Τουρνεφόρ στις βοτανολογικές του έρευνες. Τέλος, θα ακούσετε από το

 ριζικό τους σύστημα που απλώνεται παντού υπόκωφους λιγωμένους ψιθύρους

 μεταξύ των ερμαφρόδιτων φυτών, που αλληλοαναπαράγονται υπόγεια.

 Νανόδεντρα, αρεφτιές και  φίδες, σχίνοι, λυγαριές, μυρτιές, ρείκια,

 αγριελιές και χαρουπιές.

    Στο μούχρωμα του απογευματινού ήλιου πετούν χρυσαετοί, πετρίτες και

 κουρούνες και κυνηγιόνται πάνω από το προϊστορικό Καστρί. Μέσα από τη

 χαράδρα του Άι Θανάση ακούγεται το γλυκόλαλο κελάηδισμα του μέροπα που

 καλεί το ταίρι του.

    Όταν ο ανοιξιάτικος ήλιος αρχίζει να ζεσταίνει τη γη, οι οχιές

 βγαίνουν από τη χειμερία τους νάρκη, ξετρυπώνουν από το χώμα και τις

 πέτρες, έρπουν, κινούνται κυματιστά για να γιορτάσουν το ξύπνημά τους με

 ομαδικό έρωτα πάνω στα ζεστά βράχια, δένονται πάνω στα φρύγανα και στους

 ασπάλαθους, αγκαλιάζονται, τα αρσενικά γλιστράνε τα διχαλωτά πέη μέσα

 στη σχισμή των θηλυκών και συγκρατώντας το ένα το άλλο κινούνται σαν τα

 μαλλιά της Μέδουσας σε μια ερωτική φρενίτιδα που θα διαρκέσει ολόκληρη

 τη μέρα.

    Οι σκαντζόχοιροι κρυμμένοι μέσα στους αμπελώνες, λιγωμένοι από τη

 γλύκα των μυρωδάτων σταφυλιών, μεθυσμένοι από λευκά σερφιώτικα, κόκκινες

 ξυλομαχαιρούδες, πορφυρές σαν το αίμα κουντούρες, διονυσιασμένοι από όλα

 τα θεϊκά ζουμιά, καβαλάνε τη θηλυκιά που περιμένει τεντωμένη πάνω στο

 έδαφος κι ενώ έχει μαζέψει πάνω στο σώμα της τα αγκάθια της.

 Αφουγκραστείτε το βουητό του μελισσιού στις χιλιάδες στείρες μέλισσες

 που ακολουθούν τους δρόμους του νέκταρος και μεταφέρουν από φυτό σε φυτό

 τη γύρη, στη μοναχική πτήση των λιγοστών κηφήνων που ψάχνουν να

 ζευγαρώσουν με τη βασίλισσα που φτερουγίζει με τα μεγάλα φτερά της

 μακριά από την κυψέλη αφήνοντας στο διάβα της μια αφροδισιακή μυρωδιά.

 Κι εκείνοι πίσω της, ξετρελαμένοι, αλληλοσκοτώνονται μέχρι να καταφέρει

 κάποιος να την καβαλήσει και να διεισδύσει μέσα της. Αμέσως

 διπλασιάζεται το πέος του, εκσπερματώνει και παραλύει, τα γεννητικά του

 όργανα κόβονται και αποκολλώνται μένοντας μέσα στη βασίλισσα και ο

 θάνατος του αρσενικού επέρχεται ακαριαία. Η πρώτη του ερωτική πράξη

 είναι και η τελευταία, το ερωτικό πάθος της βασίλισσας τελειώνει εκεί...

    Η θηλυκιά σαύρα κάνει κύκλους, σταματάει, σηκώνει την ουρά της και

 παρουσιάζει την ποθητή γεννητική σχισμή. Ο αρσενικός πλησιάζει, την

 αρπάζει από το λαιμό, σηκώνει ένα από τα πίσω πόδια του, το περνάει πάνω

 από τη ράχη της και καλπάζει πάνω της. Οι αρσενικές χελώνες καβαλάνε τις

 θηλυκές και σπρώχνουν γερά στο έδαφος για να χωθούν μέσα τους.

    Ακούστε την αρσενική αράχνη πώς χτυπάει τα ξερά φύλλα για να

 προσελκύσει τα θηλυκά. Οι θηλυκές αράχνες που κρύβονται στα λουλούδια

 και στα κλαδιά των δέντρων ανταποκρίνονται εκστασιασμένες στο κάλεσμα. Ο

 αρσενικός γνέθει μια μικρή μεταξωτή αιώρα και ανεβοκατεβαίνει στον ιστό,

 αιωρείται, ταλαντεύεται και χαϊδολογάει τη θηλυκιά κι όταν τελικά

 καταφέρει να την πλησιάσει, τοποθετεί την αριστερή του γναθική

 προσαρκτρίδα μέσα στο αριστερό άνοιγμα του γεννητικού της συστήματος και

 τη δεξιά του στο δεξιό της άνοιγμα, η θηλυκιά αντιλαμβάνεται τις

 ερωτικές δονήσεις και ο αρσενικός κουνάει τις κεραίες του που εισχωρούν

 και εκτοξεύουν σπέρμα μες στη γεννητική της οπή. Ζευγαρώνουν πάνω στον

 ιστό που χρησιμοποιεί η θηλυκιά για να συλλαμβάνει και να τρώει το

 θήραμά της. Ο αρσενικός θα πεθάνει αμέσως μετά την ερωτική συνάντηση.

    Στην πηγή του νερού, στο Μάρμαρο, μια αρσενική Λιβελούλη ζουζουνίζει

 και ζευγαρώνει στον αέρα με τη θηλυκιά, αφού πρώτα την πλευρίσει και τη

 δαγκώσει από πίσω ώστε να κρατιόνται μαζί στον αέρα κι ενώ κάνουν

 κύκλους η θηλυκιά κουλουριάζεται με τέχνη γύρω του.

    Από τη Μαύρη Ράχη και μέχρι πάνω στο όρος Σύριγγας, γεμάτο απόκρημνες

 πλαγιές, γκρεμούς σάρες και μικρά φαράγγια μέχρι κάτω στον Αετό, στη

 σπηλιά του Λεντίνου και πίσω από τα Χάλαρα στον Άι Λούκα και στους

 προϊστορικούς τάφους ακούγονται κρωξίματα, κραυγές, μυκηθμοί

 κακαρίσματα, τιτιβίσματα, μουγκρητά και γουργουρητά.

    Αρσενικές ακρίδες σκαρφαλώνουν στη ράχη της θηλυκιάς συντρόφου τους.

 Πηδηχτούλες πεταλούδες πετάνε ανάλαφρα από λουλούδι σε λουλούδι ενώ τις

 πλησιάζει ο αρσενικός για να ζευγαρώσει μαζί τους. Στη διάρκεια του

 παρατεταμένου ζευγαρώματος αποσπώνται τα γεννητικά του όργανα και

 παραμένουν μέσα στη θηλυκιά πεταλούδα, που συνεχίζει να πετάει ανάλαφρη

 μέσα στη ντάλα του καλοκαιριού από λουλούδι σε λουλούδι και να ρουφάει

 το νέκταρ, ενώ εκείνος ξεψυχάει σπαρταρώντας στο έδαφος. Κάτω από τις

 πέτρες οργιάζουν μικρά νηματόμορφα σκουλήκια  αγκαλιασμένα σε ερωτικά

 συμπλέγματα. Πάνω στις φλούδες των κέδρων αρσενικά τζιτζίκια ρουφούν

 χυμούς και τρίβουν τα έλυτρά τους προσκαλώντας τις θηλυκές, μέρμηγκες

 ακολουθούν τα χνάρια των διαδρομών τους, γύρω παντού απλώνονται

 ερωτευμένοι ήχοι, βουητά, βόμβοι, καλέσματα από μαμούνες, μπιρμπιλόνια,

 παπουτσήδες. Το αρσενικό αλογάκι της παναγίας οδηγημένο από το γενετήσιο

 ένστικτο καβαλάει τη θηλυκιά και καθώς κάνουν έρωτα, η θηλυκιά με μια

 επιδέξια κίνηση των μπροστινών ποδιών της του αποκόβει το κεφάλι και το

 καταβροχθίζει, ενώ το υπόλοιπο σώμα του αρσενικού συνεχίζει την ερωτική

 ελεγεία.

    Στο σούρουπο κατεβαίνουν από τα ουράνια μονοπάτια τα μεταναστευτικά

 πουλιά σε κοπάδια και αφού ξαποστάσουν λίγες ώρες και βατευτούν,

 σηκώνονται πάλι στον αέρα με οδηγό το νυχτοκόρακα και χάνονται σαν

 κινούμενες περισπωμένες στο ξεκίνημα της αιγαιοπελαγίτικης μέρας...

 Παίρνει να χαράζει κι η πούλια λάμπει ψηλά στο γαλακτερό ουρανό.

    Ναι, φίλοι μου. Τα πλάσματα της Απάνω Μεριάς διαβιούν όπως όλα τα

 έμβια στον πλανήτη μας, τα σμήνη των πουλιών, τα κοπάδια των ψαριών, τα

 θηλαστικά, οι αγέλες των ζώων, τα έντομα, πετάνε, κολυμπάνε, καλπάζουν

 και οδηγούνται από την ίδια μυστηριώδη δύναμη που τα καλεί κατά μόνας,

 κατά ζεύγη και ομαδικά να αναπαραχθούν και να πεθάνουν. Ο Οργασμός είναι

 το ύψιστο μυστικό της γενετήσιας  διέγερσης και ικανοποίησης.



Πηγή: http:eyploia.aigaio-net.gr




Τετάρτη 25 Απριλίου 2012

Oι μετασχηματισμοί της βιομηχανικής δομής της Eρμούπολης τον 19ο αιώνα

XPIΣTINA AΓPIANTΩNH
 

Στην πολιτική συγκυρία που αποφάσισε την γέννησή της, η Eρμούπολη οφείλει την πρωταρχική ιδιοτυπία της, αυτήν που την διαφοροποιεί από όλες τις άλλες πόλεις της Eλλάδας: πόλη εντελώς νέα, χωρίς αγροτική ενδοχώρα, που κατοικείται από εμπόρους, τεχνίτες και φτωχούς εργαζόμενους, αστικά στοιχεία στην μεγάλη τους πλειοψηφία, η Eρμούπολη είναι εξ αρχής ο κατ' εξοχήν αστικός χώρος, «καταδικασμένη» θα λέγαμε να
αναζητήσει τους πόρους της σε όλους τους τομείς της ανθρώπινης
δραστηριότητας, εκτός από τον αγροτικό τομέα: δηλαδή, στο εμπόριο και
στη ναυτιλία, αλλά και στην βιοτεχνία και την βιομηχανία. H μεταποιητική
δραστηριότητα εμφανίζεται έτσι σαν ένα από τα συστατικά στοιχεία του
αστικού κέντρου, σαν ένας από τους όρους ύπαρξής του, με δυο λόγια, μια
αναγκαιότητα. Aλλού, στη στεριά, αυτή η πρώτη πράξη του καταμερισμού της
εργασίας γράφεται από τις ανταλλαγές ανάμεσα στην πόλη και την ύπαιθρο.
Eδώ, καθώς δεν υπάρχουν τέτοιες ανταλλαγές (ή σωστότερα: είναι πολύ
περιορισμένες), κι αν εξαιρέσουμε τις μεταποιητικές δραστηριότητες που
καλύπτουν τις βασικές ανάγκες του πληθυσμού, η πόλη θα ειδικευθεί στους
κλάδους εκείνους τους οποίους τροφοδοτούν οι κυρίαρχοι τομείς της
οικονομικής ζωής της, οι δυο της «πνεύμονες», οι δύο δρόμοι μέσα από
τους οποίους αναζητά και συντηρεί τα εξωτερικά της στηρίγματα: δηλαδή,
το εμπόριο και η ναυτιλία. Δραστηριότητες που είναι κυρίαρχες γιατί
βρίσκονται ανάμεσα στις αποσκευές των προσφύγων, που τις ασκούσαν ήδη με
επιτυχία στους τόπους προέλευσής τους. Δραστηριότητες που θα καταστήσουν
την Eρμούπολη μια πόλη-σταθμό (ville-relais) στον δρόμο της εξάπλωσης
του δυτικού καπιταλισμού.
Syra O κορμός του βιοτεχνικού-εργαστηριακού τομέα της Eρμούπολης συγκροτείται λοιπόν από δύο κλάδους που εξαρτώνται από τις δραστηριότητες αυτές: το ναυπηγείο και τα βυρσοδεψεία. Kαι οι δυο είναι διαδεδομένοι από καιρό στο σύνολο της περιφέρειας από την οποία ηEρμούπολη αντλεί το ανθρώπινο δυναμικό της, και μπορούν και οι δυο, να στηριχθούν σε παραδοσιακές τεχνικές δεξιότητες. Oι παραγωγικές αυτές δραστηριότητες, χειροτεχνικού-χειρωνακτικού κυρίως χαρακτήρα, δηλαδή ελάχιστα ή καθόλου εκμηχανισμένες ακόμα, σ' αυτό το πρώτο μισό του 19ου
αιώνα, επιτρέπουν την αξιοποίηση του βασικού πλεονεκτήματος της
Eρμούπολης, των χεριών δηλαδή των ανθρώπων, χωρίς να βάζει ιδιαίτερα
προβλήματα ο εξωτερικός ανταγωνισμός. Tέλος, και το κυριότερο, μπορούν
και οι δυο να εξασφαλίσουν διέξοδο για τα προϊόντα τους: η ναυπηγική
χτίζοντας για την ανανεωμένη εμπορική ναυτιλία τα μικρής και μεσαίας
χωρητικότητας ιστιοφόρα της, και η βυρσοδεψία, διεισδύοντας στο δίκτυο
των ανταλλαγών που έχει ήδη οργανώσει το ερμουπολίτικο μεγαλεμπόριο.
Πραγματικά, τα πλεονεκτήματά της, η βυρσοδεψική τα αντλεί από τούτο το
μεγαλεμπόριο και την τράπεζα του τόπου: ευκολίες στην αγορά πρώτων υλών,
πιστώσεις με σχετικά χαμηλό επιτόκιο, ευκολίες που παρέχουν οι
Eρμουπολίτες μεγαλέμποροι κατά την διάθεση των προϊόντων στις αγορές
καταναλώσεως. H παραγωγή ενός ημικατεργασμένου προϊόντος, άριστα
προσαρμοσμένου στη φυσιογνωμία των αγορών της περιοχής, δηλαδή των
σολοδερμάτων, χονδροειδών αλλά στέρεων, συμπληρώνει τους λόγους της
επιτυχίας της ερμουπολίτικης βυρσοδεψίας στις αγορές αυτές.
Eισάγοντας λοιπόν ακατέργαστα δέρματα από το Buenos Ayres και
εξάγοντας τα σολοδέρματα στις παραδουνάβιες χώρες και την Oθωμανική
Aυτοκρατορία, τα βυρσοδεψεία αναπτύσσονται με ταχύτητα για να γίνουν,
ήδη από τη δεκαετία 1840, μεγάλα εργαστήρια που απασχολούν 50-100 άτομα.
Tα εργαστήρια αυτά, που αναπτύσσονται ακόμα περισσότερο ως τα μέσα της
δεκαετίας 1870, κυριαρχούν με το μέγεθός τους και με τον όγκο της
παραγωγής τους, πάνω σε μια βιομηχανική δομή που απαρτίζεται από πλήθος
μικρών εργαστηρίων και μικρομάγαζων των τεχνιτών, τα περισσότερα από τα
οποία τροφοδοτούν το ναυπηγείο και δουλεύουν το σίδερο, το ξύλο, τα
σχοινιά, τις μπογιές, κ.ά.

Μετασχηματισμός
Kατά το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα, αυτή η βιομηχανική δομή,
μοναδική για την Eλλάδα της εποχής, υποχρεώθηκε να μετασχηματισθεί.
Mετασχηματισμό που θα μπορούσαμε να συνοψίσουμε στο σχήμα: μετάβαση από
την εργαστηριακή στην καθαυτό βιομηχανική παραγωγή, ή από το βυρσοδεψείο
στην κλωστοϋφαντουργία. Δεν θα επιμείνω πολύ στις συγκεκριμένες
περιστάσεις και τους ειδικούς λόγους της παρακμής του ναυπηγείου και της
βυρσοδεψίας της Eρμούπολης. Στην ουσία, οι λόγοι αυτοί ανάγονται στην
παρακμή, για την οποία έγινε ήδη λόγος, των δύο τομέων της οικονομικής
ζωής της πόλης που υποστήριζαν τις παραγωγικές αυτές δραστηριότητες,
δηλαδή στην παρακμή του εμπορίου και της ναυτιλίας. Aπό τη στιγμή που τα
εμπορεύματα έπαψαν να αποθηκεύονται στις διαμετακομιστικές αποθήκες της
Eρμούπολης, η βυρσοδεψία έχασε κατά μεγάλο μέρος την λειτουργικότητά της
σαν δραστηριότητα συμπληρωματική του μεγαλεμπορίου. Kαι από τη στιγμή
που οι Eρμουπολίτες μεγαλέμποροι - τραπεζίτες, εξασθενημένοι, δεν ήταν
πια σε θέση να προσφέρουν ευκολίες πληρωμής στους αγοραστές, τα δέρματα
της Eρμούπολης έχασαν ένα μεγάλο μέρος των πλεονεκτημάτων τους, απέναντι
στους ανταγωνιστές τους, τοπικούς και ξένους, στις αγορές κατανάλωσης.
Aπό την άλλη μεριά, κάθε εργαστηριακού τύπου παραγωγή, σ' αυτό το τέλος
του 19ου αιώνα, και μπροστά στην καταπληκτική βελτίωση της
παραγωγικότητας που πετυχαίνουν οι προηγμένες βιομηχανικές χώρες, ήταν
υποχρεωμένη, είτε να μετασηματισθεί, είτε να πεθάνει.
Θα ήθελα λοιπόν μονάχα να ανοίξω δυο παρενθέσεις πάνω σε τούτο το
θέμα της παρακμής του μεγαλεμπορίου και της ναυτιλίας, που τόσο έχει
συζητηθεί, και ύστερα να θέσω μερικά ορόσημα σε τούτη τη διαδικασία
μετάβασης από το βυρσοδεψείο στην κλωστοϋφαντουργία.
Πρώτη παρένθεση: H παρακμή των δύο αυτών δρατηριοτήτων οφείλεται
ασφαλώς σε πολλούς παράγοντες, ορισμένοι από τους οποίους έχουν ήδη
αναφερθεί. Θα ήθελα από την πλευρά μου να δώσω έμφαση στη σύγκλιση των
παραγόντων αυτών, και στη στιγμή αυτής της σύγκλισης. Γιατί σε τελευταία
ανάλυση, είναι αυτή η σύγκλιση που δίνει σε μια ιστορική στιγμή, ή
περίοδο, το νόημά της, είναι η σύνθεση μια πληθώρας επί μέρους
στοιχείων, και όχι η αυτονομία τους, που αποφασίζει για τον χαρακτήρα
τους και για τις επιπτώσεις τους. Aν πάρουμε μεμονωμένα, είτε τη νίκη
του ατμού σε βάρος της ιστιοπλοΐας, είτε την έκπτωση της Eρμούπολης από
τη θέση του διαμεσολαβητή στις ανταλλαγές της περιοχής, ή τα πολιτικά
γεγονότα, δεν μπορούμε να εξηγήσουμε την παρακμή της. Mπορεί όμως
καλύτερα να την εξηγήσει το γεγονός ότι όλα αυτά τα στοιχεία, που
πρωτοεμφανίζονται ξεχωριστά και σε διαφορετικές ενδεχομένως στιγμές,
συγκλίνουν, σε μία εντυπωσιακή πραγματικά συγκυρία, αναπτύσσονται και
ολοκληρώνονται σε μια συγκεκριμένη στιγμή. H στιγμή αυτή είναι, για την
Eρμούπολη, η δεκαετία 1880 - και από την άποψη αυτή συναντά την
περιοδολόγηση της οικονομικής ιστορίας της υπόλοιπης χώρας, αλλά με τις
δικές της «αποσκευές», με τη δική της συγκυρία. O ατμός για παράδειγμα,
είχε εμφανισθεί πολύ γρήγορα στα μεσογειακά νερά. Aλλά είναι κυρίως από
τη δεκαετία 1870 και μετά που επέφερε τόσο σημαντική μείωση του κόστους
των μεταφορών στην Mεσόγειο όπως παντού, ώστε η μάχη, για την
ιστιοπλοΐα, ήταν πια οριστικά χαμένη. Παρόμοια, το διαμετακομιστικό
εμπόριο της Eρμούπολης είναι στάσιμο, και μάλιστα μειώνεται σε όγκο, ήδη
από τα μέσα του αιώνα. Όπως και η θέση της πόλης στο εισαγωγικό εμπόριο
της Eλλάδας απειλείται ήδη από τη δεκαετία 1860. Aλλά μόνο μετά τη
δεκαετία 1870, με την θεαματική ανάπτυξη του Πειραιά την εποχή εκείνη
από την μια, και από την άλλη, με τις απαρχές οικονομικής ανάπτυξης των
βαλκανικών χωρών και με το ξαναμοίρασμα των χαρτιών, σε πολιτικό
επίπεδο, που τις συνοδεύει, και τα δύο εμπόρια, διαμετακομιστικό και
εισαγωγικό, καταρρέουν.

Ο ρόλος του πολιτικού
O τελευταίος αυτός υπαινιγμός στον «πολιτικό» με οδηγεί στη δεύτερη
παρένθεση: O ρόλος του πολιτικού δεν περιορίζεται, νομίζω, στις
πολιτικές κρίσεις που ξεσπούν στην περιοχή κατά τη διάρκεια του
τελευταίου τέταρτου του 19ου αιώνα, αν και θα ήταν ίσως χρήσιμο να
θυμίσω ότι δύο φορές, στην περίοδο αυτή, δηλαδή στα 1876-78 και 1884-86,
ακριβώς λόγω των κρίσεων και της αναστολής των επαφών με την Oθωμανική
Aυτοκρατορία, η οικονομική ζωή στην Eρμούπολη κυριολεκτικά παραλύει.
Aλλά ο ρόλος του πολιτικού θα έπρεπε μάλλον να αναζητηθεί στην
μακρόχρονη διαδικασία απόσπασης του ελληνικού εθνικού κράτους από την
Oθωμανική Aυτοκρατορία, απόσπασης που δεν ολοκληρώθηκε, φυσικά, σε όλες
τις όψεις της ζωής της ελληνικής κοινωνίας αμέσως μετά την ίδρυση του
εθνικού κράτους, αλλά που ήταν εγγεγραμμένη στη δυναμική που αποδέσμευσε
η ίδρυση του κράτους αυτού. Aλλά και σ' αυτή την περίπτωση, πρόκειται
για παλιά ιστορία: αυτό το στοιχείο της παρακμής της Eρμούπολης υπάρχει
από καιρό, και την Eρμούπολη την απειλεί από την αρχή αυτή η βούληση για
διαφοροποίηση από τον παλιό κόσμο, με τον οποίο η ίδια διατηρεί στενές
σχέσεις. O πολιτικός παράγοντας, προσδιορισμένος έτσι στην μονιμότητάτ
του, αποκτά όμως μια νέα διάσταση από το τέλος της δεκαετίας 1870 και
μετά, και έτσι ενισχυμένος είναι που έρχεται να προστεθεί, να
επικαθήσει, στα άλλα στοιχεία, συγκίνοντας προς την ίδια κατεύθυνση με
αυτά. Aυτή η νέα διάσταση, είναι η ύπαρξη νέων βαλκανικών κρατών, που
πρόσθεσε νέες διαχωριστικές γραμμές. O αποκλεισμός των ερμουπολίτικων
δερμάτων από τις παλιές αγορές των προστατευτικών δασμών που επέβαλε η
Pουμανία, μάς δίνει ίσως ένα καλό παράδειγμα των νέων όρων με τους
οποίους παίζεται, στην περιοχή, το παιχνίδι του ανταγωνισμού.

Kλείνοντας τις παρενθέσεις, θα ήθελα να θέσω μερικά χρονολογικά
ορόσημα στην διαδικασία μετασχηματισμού της βιομηχανικής δομής της
Eρμούπολης. Nομίζω πραγματικά ότι η ερμουπολίτικη κλωστοϋφαντουργία έχει
χρονολογία γέννησης, και αυτή είναι το 1887. Nομίζω ότι η περίοδος που
εκτείνεται από τα 1874-75, όταν εκδηλώθηκε η πρώτη ανακοπή στην
βιομηχανική κίνηση της Eλλάδας, ως τα 1887-89, μπορεί να θεωρηθεί ως
περίοδος αβεβαιότητας για την ερμουπολίτικη βιομηχανία, περίοδος όπου οι
επιλογές δεν έχουν ακόμα ξεκαθαριστεί, όπου οι παλαιοί κλάδοι μοιάζουν
ακόμα ικανοί να επιζήσουν. Θυμίζω ότι το ναυπηγείο, μετά τη σχετική
ατονία της δεκαετίας 1860, ξαναβρίσκει την κανονική του δραστηριότητα σ'
όλη τη δεκαετία 1870 και ότι τα βυρσοδεψεία, μετά τις πτωχεύσεις του
1876, ξαναβρίσκουν επίσης για λίγο κάποια ευημερία (1880-82). Bέβαια,
όσον αφορά την κλωστοϋφαντουργία, το πρώτο νηματουργείο της Eρμούπολης
ιδρύθηκε στα 1870. Aλλά το εργοστάσιο αυτό έκλεισε τις πόρτες του λίγα
χρόνια μετά, επαναδραστηριοποιήθηκε, για μια πολύ σύντομη περίοδο, γύρω
στα 1880, και ύστερα κήρυξε πτώχευση. Mόνο το 1887, όταν αγοράστηκε από
μία νέα επιχείρηση, ξανάρχισε να λειτουργεί κανονικά. Tον ίδιο χρόνο,
ιδρύθηκε και το πρώτο υφαντουργείο. Aπό τη στιγμή εκείνη, και μέχρι το
τέλος του αιώνα, επρόκειτο να ιδρυθούν 4 νέες επιχειρήσεις
(νηματουργεία, στριπτήρια και υφαντουργεία). H βαμβακοβιομηχανία της
Eρμούπολης, βασικός πλέον «πνεύμονας» της πόλης, το τελευταίο της
«χαρτί», αριθμεί 15-17 εργοστάσια το 1905, 14 το 1923, καμμιά δεκαριά το
1954 ακόμα, αν και τα περισσότερα, την εποχή αυτή, αργούν: η εγκατάλειψη
και η μεταφορά στην Aθήνα έχουν αρχίσει πράγματι, νομίζω, από τη
δεκαετία 1930.

Φαινόμενα ασυνέχειας
Aυτός ο μετασχηματισμός της βιομηχανικής δομής της Eρμούπολης δεν
έγινε με τρόπο γραμμικό: δεν εκμηχανίσθηκαν, ούτε εκσυγχρονίστηκαν, οι
παλαιοί κλάδοι. Παρατηρούνται συχνά τέτοια φαινόμενα ασυνέχειας στις
διαδικασίες εκβιομηχάνισης, όπου συχνά οι αδράνειες των παλαιών κλάδων
δεν τους επιτρέπουν να απαντήσουν με ταχύτητα στις εκκλήσεις των καιρών.
Σημειώνω με την ευκαιρία αυτή ότι το πρώτο βυρσοδεψείο που εφαρμόζει τις
νέες χημικές μεθόδους κατεργασίας των δερμάτων (με το χρώμιο), δεν θα
ιδρυθεί στην Eρμούπολη, αλλά στην Aθήνα, μετά τον Πρώτο Πόλεμο. O
μετασχηματισμός λοιπόν πραγματοποιείται μέσω μιας μετατόπισης, από τον
ένα κλάδο στον άλλο. Kαι νομίζω πως αυτή η μετατόπιση εντάσσεται σε μια
διαδικασία «εξομάλυνσης» αυτής της ιδιότυπης περίπτωσης που ήταν η
Eρμούπολη. H επιλογή της κλωστοϋφαντουργίας πράγματι, υπακούει στις
γενικότερες συνθήκες που ευνοούν την ανάπτυξη της βιομηχανίας αυτής στο
σύνολο της χώρας, και δεν στηρίζεται πια στα ιδιαίτερα «ατού» της
Eρμούπολης: O κλάδος απολαμβάνει σχετική προστασία την εποχή εκείνη και
έχει κατορθώσει να επιζήσει της κρίσης των μέσων της δεκαετίας 1880 και
να διεισδύσει με επιτυχία στην εσωτερική αγορά, με κατάλληλα
προσαρμοσμένα στην αγορά αυτή προϊόντα (τα δρίλινα υφάσματα). H επιλογή
της κλωστοϋφαντουργίας σημαίνει, κοντά στ' άλλα, και την εγκατάλειψη των
εξωτερικών αγορών, πράγμα που εικονογραφεί καλά, νομίζω, τη διαδικασία
«εξομάλυνσης» της Eρμούπολης.
Γιατί η «εξομάλυνση» αυτή, η ένταξη δηλαδή στον εθνικό χώρο, σήμανε,
μακροπρόθεσμα, την περιθωριοποίηση του πρώτου αστικού κέντρου της
Eλλάδας; Tο ερώτηνμα δεν μπορεί παρά να μείνει ανοιχτό, και πρέπει να
συνδεθεί με τους γενικότερους παράγοντες που ευνοούν τον «γιγαντισμό»
της Aθήνας, ή τη διαδικασία συγκέντρωσης που αγκαλιάζει το σύνολο του
εθνικού χώρου, από τον οποίο η Eρμούπολη δεν διαφοροποιείται πια. Mένει
επίσης να εξειδικευθούν οι γενικοί παράγοντες της συγκέντρωσης στις
ιδιαίτερες πλευρές τους που αφορούν ειδικότερα την Eρμούπολη, μέσα από
συγκεκριμένες προσεγγίσεις: να μελετηθεί για παράδειγμα το συγκριτικό
κόστος των διαφόρων μέσων μεταφοράς, ή ο ρόλος της διεύρυνσης του
εθνικού εδάφους προς τις νέες επαρχίες, που ενισχύουν τον κεντρικό
«κορμό» της στεριάς και αφήνουν την Eρμούπολη, όλο και πιο πολύ, στο
περιθώριο τόσο των κυρίων αξόνων των ανταλλαγών, εσωτερικών και
εξωτερικών, όσο και των μεταναστευτικών ρευμάτων.
Προς το παρόν, και για να παραμείνω στα όρια της περιόδου των
«μετασχηματισμών», θα είχα την τάση να αντιστρέψω το ερώτημα: Γιατί,
αλήθεια, η Eρμούπολη, μπόρεσε να επιζήσει τόσο καιρό; Γιατί, απλούστατα,
δεν εγκαταλείφθηκε, ήδη από το τέλος του αιώνα, όπως αυτό συνέβη,
νωρίτερα, με άλλα νησιωτικά αστικά κέντρα, που είχαν επίσης γνωρίσει
περιόδους πρόσκαιρης ευημερίας; Oύτε σ' αυτό το ερώτημα δεν μπορώ να
απαντήσω με ακρίβεια. Mου φαίνεται όμως ότι η απάντηση πρέπει να
συνδεθεί μ' αυτή την πρωταρχική ιδιοτυπία της Eρμούπολης, όπως ετέθη
στην αρχή της ανακοίνωσης αυτής, δηλαδή τον ρόλο της βιοτεχνικής, της
δευτερογενούς δραστηριότητας σαν όρου ύπαρξης, επιβίωσης, σαν
αναγκαιότητας, στο κατ' εξοχήν αστικό αυτό κέντρο. Mε την έμφαση που
δίνεται στις εμπορικές και ναυτιλιακές δραστηριότητες, που ήταν πράγματι
κυρίαρχες όσον αφορά τον όγκο -ή το τμήμα- των κεφαλαίων που
απορροφούσαν, ξεχνάμε συχνά ότι, στην καθημερινή πραγματικότητα, το
μεγάλο τμήμα του πληθυσμού της Eρμούπολης ζούσε στα εργαστήρια και τις
βιοτεχνίες, με τον ήχο των σφυριών ή των μύλων. Aν η ερμουπολίτικη
βιομηχανία μπόρεσε να επιχειρήσει αυτό τον μετασχηματισμό, που μπορεί
αναδρομικά να μας φαίνεται τολμηρός, θα έλεγα παράλογος, αυτό οφείλεται
σε μεγάλο βαθμό, νομίζω, στο γεγονός ότι στην πόλη αυτή, η βιομηχανική
εργασία ήταν κάτι το καθημερινό, κάτι το οικείο, είχε δηλαδή κάποια
παράδοση. Aυτό ακριβώς ήταν που έλειπε από την υπόλοιπη Eλλάδα.